Ο πρίγκηπας που μόνασε στα απόκρημνα Καρούλια μέχρι το τέλος της ζωής του!

Αρνούνταν να φύγει από τα Καρούλια, νήστευε και προσευχόταν συνεχώς!

Υπάρχουν πάρα πολλοί μοναχοί στο Άγιο Όρος, οι οποίοι με την αξιοθαύμαστη πίστη τους, την αγάπη τους για το Θεό και τα χαρίσματα με τα οποία προικίστηκαν, άφησαν το στίγμα τους στη Αγιορείτικη Πολιτεία. Ένας από αυτούς είναι και ο Παρθένιος ιερομόναχος Καρουλιώτης (1881 – 1959), ο οποίος άφησε πίσω του την πριγκιπική καταγωγή του και έζησε στα απόκρημνα Καρούλια του Αγίου Όρους μέχρι που άφησε την τελευταία του πνοή. Έτρωγε ξηρά τροφή, νήστευε, προσευχόταν μέρα – νύχτα, είχε ως μοναδική του παρέα το κομποσκοίνι του και αρνούνταν να αφήσει το μικρό κελί του στα Καρούλια. Ήταν τέτοια η αγάπη του και η πίστη του για το Θεό, που λένε πως ακόμη και τα κουρελιασμένα ρούχα του δε μύριζαν άσκημα, αλλά ευωδίαζαν.

Η επιστολή που τον  συγκλόνισε

Πρόκειται για τον κατά κόσμον Παύλο Ιβανιώφ, από τη Μόσχα, όπου γεννήθηκε το 1881. Η κατα­γωγή του ήταν από πριγκιπική οικογένεια της Ρωσίας, την τσαρική δυ­ναστεία των Ρομανώφ και λέγεται πως η κτηματική του περιουσία ήταν σε έκταση όση η Μακεδονία. Μόλις 18 ετών έφτασε να μονάσει στο Άγιον Όρος. Αρχικά πήγε στο Χιλανδαρινό Κελί του Αγίου Νικολάου, που το κατοικούσαν πολλοί Ρώσοι. Στο Κελί αυτό εκάρη μοναχός το 1906 και ασκήθηκε στην υπακοή, στην ταπείνωση και στην εξουθένωση της κοινοβιακής ζωής. Αργό­τερα χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος. Μάλιστα, λόγω της μόρφωσης του τον έθεσαν στη γραμματεία του Κελιού και είχε μεγάλη αλληλογραφία.

Μία ημέρα, μεταξύ των επιστολών που έλαβε ήταν και μίας γυναί­κας, που έγραφε πως πληροφορήθηκε για την ανοικοδόμηση ναού και έστειλε λίγα χρήματα, γιατί ήταν φτωχή. Μάλιστα, όπως έγραφε, και αυτά τα λίγα χρήματα τα εξοικονόμησε, κόβοντας τις κο­τσίδες των μαλλιών της και πουλώντας τες στις αρχόντισσες, που τα φορούσαν, κατά τη μόδα της εποχής, στις δεξιώσεις. Το γεγονός αυτό τον συγκλόνισε και τον έκανε ν’ αναχωρήσει για τα φρικτά Καρούλια. Λίγο προ του τέλους του έλεγε σ’ ένα μοναχό πως συγκλονίσθηκε από εκείνη την επιστολή. «Μία γυναίκα έκοψε και πούλησε τα μαλλιά της κι έστειλε από το υστέρημά της κι εκείνος να κάθεται στην πολυθρόνα, να πίνει τσάι, να τρώει καλά και να έχει όλες τις ανέσεις;»

Ο πρίγκιπας που αγάπησε τα Καρούλια

Έτσι, αποφάσισε να πάει στα Καρούλια, να υποφέρει για την αγάπη του Εσταυρωμένου Χριστού, για τη σωτηρία της αθάνατης ψυχής του. Περί το 1920 πήγε και κατοίκησε στην Καλύβη του Αγίου Ιννοκεντίου στα Καρούλια. Ο διακαής πόθος της ησυχίας τον οδήγησε εκεί. Έδειξε τέλεια αυταπάρνηση και μεγάλη αγάπη προς όλους τους συνασκητές του, τους οποίους έβλεπε ως επίγειους, αγίους αγγέλους του Θεού. Βοηθούσε όλους όσους μπορούσε. Δεν άφηνε κανένα να εισέλθει στο κελί του, για να μη δει που κοιμόταν. Για στρώμα είχε ένα τρίχινο σάισμα και για προσκέφαλο ένα κούτσουρο. Δεν μαγείρευε και αρκείτο συνήθως σε ξηρά τροφή. Τον χειμώνα δεν άναβε φωτιά για να ζεσταθεί. Το κουρελιασμένο ζωστικό του δεν μύριζε άσχημα, μα μάλλον ευωδίαζε. Λέγεται από πολλούς, που τον γνώρισαν, πως τον κοσμούσε το προορατικό χάρισμα. Το κομποσκοίνι ήταν πάντοτε στο χέρι του και η ευχή του Ιησού στο στόμα του. Πολλοί πολλές φορές τον κάλεσαν στον κόσμο, αλλά ποτέ δεν άφησε τα Καρούλια.

Είχε μία βιβλική μορφή, που τον έκανε σεβάσμιο. Μόνη η όψη του φανέρωνε την ευγενική καταγωγή του. Τον έβλεπες και σου προκαλούσε δέος, σεβασμό και αγάπη. Ήταν σεβαστός και αγαπητός από όλους. Έλεγε ο μοναχός Δανιήλ, της αδελφότητος των Δανιηλαίων, ότι έβαζε στο λίγο χώμα, που εκεί είχε κάτι πατατούλες και δεν τις έτρωγε. Τις έδινε κι αυτές ευλογία σε άλλους με χαρά. Η ασκητική ζωή του συγκινούσε τους πάντες. Το πριγκιπόπουλο για την αγάπη του Χριστού έγινε φτωχός, ερημίτης, σπηλιώτης, Καρουλιώτης.

Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 11.1.1959, για ν’ απολαμβάνει αιώνια, στην ατελεύτητη Ουράνια Βασιλεία τη θεσπέσια θέα του Θεού. Την εκδημία του την είχε προαισθανθεί και την προείπε.

Πηγές:

Ανδρέου Αγιορείτου μοναχού. Γεροντικό του Αγίου Όρους, τ. Α΄ Αθήναι 1979, σσ. 141- 142. Μωυσέως Αγιορείτου μοναχού, Αγιορείτικες Διηγήσεις του Γέροντος Ιωακείμ, Θεσσαλονίκη 1989, σσ. 135-136. Ιωαννικίου Κοτσώνη αρχιμ., Αθωνικόν Γεροντικόν, Κουφάλια Θεσσαλονίκης 1999, σσ. 97-98. Χρυσοστόμου Ροδοστόλου επισκόπου, Ωδή στα αμάραντα, στον Άθωνα, Άγιον Όρος 2004, σ. 621.

Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό, τ. Β΄, εκδ. Μυγδονία σ. 621-624

Σας προτείνουμε

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
Share on whatsapp