Σας ευχαριστούμε αδέρφια

  Ποιος μας διαβάζει πλέον; Ποιός μας ακούει πια; Αλλά, καθώς λένε, μονάχα ένας, έστω αυτός κι αν σ’ ακούσει, κάτι επιτέλους γίνεται σ’ αυτόν τον κόσμο. Και να, τώρα θέλω να εκφράσω ένα ευχαριστώ, ένα τέτοιο ευχαριστώ που δεν έχει σύνορα, που δεν το βαστάει τίποτα, παρά εκτείνεται στον χώρο και στο χρόνο σαν μια ουράνια κραυγή, σαν αγκαλιά που διασχίζει την ανθρώπινη ιστορία. Κι ας γελάσουνε μερικοί… (γιατί πάντοτε υπήρχαν αυτοί, πάντα η ιστορία ισορροπούσε και με δαύτους)
  Ας γελάσουνε λοιπόν, γιατί τώρα θα ανοίξω την καρδιά μου να πω μ’ ευγνωμοσύνη ένα σπαραξικάρδιο ευχαριστώ στους 800.000 των Ελλήνων που επί εννιά ολόκληρα χρόνια πέθαιναν, κομματιάζονταν, χύναν ποταμούς αιμάτων για την Ελευθερία. Μια ελευθερία που τους κόστισε τα πάντα. Όμως, πως μπορεί κανείς να μην αναλογιστεί πόσο ανεπανάληπτη ήταν τούτη η θυσία. Στ’ αλήθεια, τι πείσμα! Μα αυτό το πείσμα τους, αυτή η ανεξήγητη ξεροκεφαλιά τους, η ορμή, η τρέλα, η ανείπωτη πίστη, δεν είναι πράγματα που τα ‘χεις για δεδομένα. Δεν είναι εύκολα. Τι περίπου θα μπορούσαμε να θυσιάσουμε σήμερα εμείς, τι περισσότερο από τις αναρίθμητες ανάγκες μας, πόση ύλη θα ανταλλάζαμε για τόση λευτερία; Όχι, δεν είναι εύκολο αυτό που έπραξαν οι Έλληνες στα 1821. 
 Ήταν ένας άθλος παγκόσμιας εμβέλειας. Ήταν αγώνας τιτάνιος απέναντι σε κάθε λογική, αντίκρυ σε μια Ευρώπη ορκισμένη να πατάξει κάθε απελευθερωτικό κίνημα.
Ήταν μια τρέλα κόντρα σε μια αυτοκρατορία, από ένα μάτσο “ραγιάδων”. Κι όμως. Έπραξαν το αδιανόητο. Το τόλμησαν. Και ιδού, σήμερα διανοούμαστε να τους κοιτούμε με δάκρυα στα μάτια, απορημένοι, εκστατικοί, μ’ ευλάβεια. Διότι όλοι τους ήταν ήρωες, που σημαίνει αδύνατοι, μικροπρεπείς, ζηλόφθονες, μωροφιλόδοξοι, καυχησιάρηδες, κοντόφθαλμοι, ναι! ήταν όλα αυτά, και πολλά άλλα, όμως ανάμεσα σ’ όλα τ’ ανθρώπινα είχαν κι αυτό: Ήταν ξετρελαμένοι με την πατρίδα τους. Ζητούσαν μια Ελλάδα ελεύθερη. Φτύσαν αίμα, χάσαν περιουσίες, θυσίασαν τα παιδιά τους, κάηκαν τα σπίτια τους, γονάτισαν χάμω ξεκληρισμένοι, δώσαν ό,τι είχαν και δεν είχαν, ψυχή και σώμα, έκλαψαν γοερά και τίναξαν λυσσασμένα τον λαιμό τους προς τον ουρανό ουρλιάζοντας: “Υπερ πίστεως και πατρίδος!”

  Ω, μα τι λέω σε μια συγχρονη Ελλάδα που ήδη ξεπούλησε την Μακεδονία της. Τι γράφω ο ανόητος… Πόσο γραφικά φαντάζουν όλα αυτά σε μια πατρίδα που αντί να θυσιάζει, παραδίδει με υπογραφές τα ιερά και τα όσια της. Πόσο ξένος δείχνει τούτος ο καιρός σαν αναπολείς τον ηρωισμό εκείνων. 

 Αλλά μες στη μοναξιά αυτή, τι απομένει πια; Η ντροπή; Δεν νομίζω, γιατί σαν κανείς δεν συγκινείται, ούτε κι εμένα με συγκινεί η ντροπή των άλλων. Δεν με νοιάζει. Τι να με νοιάξει; Εξάλλου η αγάπη για την Ελλάδα σήμερα έχει παρεξηγηθεί. Θεωρείται…ακρότητα. Φασισμός. Τι να με νοιάξει λοιπόν; Κουράστηκα. Βαρέθηκα να εξηγώ τ’ αυτονόητα τριγύρω μου, σε συμπατριώτες που εννοούν την Ελλάδα ως μια γενική θεωρητική υπόθεση. Πως να τους το πω αυτο, ειλικρινά δεν ξέρω… πως να τους ξεκαθαρίσω (αν κι αυτά δεν ξεκαθαρίζονται μάλλον) πως η Ελλάδα βιώνεται, δεν εννοείται. Η ελληνικότητα είναι αυτό που ζεις, κι όχι αυτό που απλώς αντιλαμβάνεσαι.
 Έτσι κι εκείνοι. Οι 800.000 Έλληνες, σχεδόν ο μισός πληθυσμός της τότε Ελλάδας, εκείνοι οι αμόρφωτοι και απαίδευτοι, με τις λερωμένες φουστανέλες, που δεν κάτεχαν μήτε το πηρούνι τους να πιάσουν, ναι αυτοί, ήταν εκείνοι που ζούσαν την Ελλάδα εκατομμύρια περισσότερες φορές απ’ ό,τι εμείς σήμερα. Γι αυτό και οι μισοί από δαύτους θυσιάστηκαν για τους άλλους μισούς… Αλλά τα ‘παμε. Τι κάθομαι και λέω; Τι τα γράφω; Ποιός μας ακούει πια;
Σήμερα όλα άλλαξαν. Το παραδέχτηκα, το ξέρω. Αλλιώτικοι οι καιροί. Μα περισσότερο αλλιώτικα λογίζονται οι πάντες. Ακόμα κι αυτό, και την ευγνωμοσύνη, την έχουν για περίσσια….
Μοιραστείτε το

Σας προτείνουμε