Γέρο Χαράλαμπος ὁ «κομποσχοινάς» καί Ἅγιος Νικόλαος ὁ Πλανᾶς, οἱ ταπεινότεροι κι ἀπλοϊκότεροι τῶν ἀνθρώπων

«Όστις μουρλαθεί διά τον Χριστόν συνετιεί αυτόν ο Θεός».
Ο Γερο Χαράλαμπος ο «κομποσχοινάς»
Τον γνωρίσαμε στις Καρυές. Πάντα σκυφτός, φτωχός, να φτιάχνει κομποσχοίνια· γι’ αυτό τον έλεγαν ο «Γερο-Χαράλαμπος ο Κομποσχοινάς». Πάντα ευδιάθετος, μ’ ένα κρυφό μειδίαμα και να λέει ασταμάτητα την Ευχή, την Ευχή του Ιησού.
Γεννήθηκε στα Βουρλά της Μ. Ασίας το 1914. Ήλθε στο Άγιον Όρος το 1937. Επέστρεψε στον κόσμο, όπου πήρε μέρος στον πόλεμο κατά των κατακτητών Γερμανών. Σε μια μάχη γλύτωσε ως εκ θαύματος. Να πως το διηγείται ο ίδιος: «Κάποτε βρεθήκαμε σ’ έναν λόφο που έβαλαν θεριστική βολή οι Γερμανοί. Όσοι βρεθήκανε εκεί στον λόφο όλοι σκοτωθήκανε έκτος ελαχίστων. Πέφταν δίπλα οι οβίδες και εγώ προσπαθούσα να διαπιστώσω αν τά ’χω τα χέρια μου, τό ’χω το στήθος μου ή μου έφυγε;
Με σκέπασαν τα χώματα και δεν με έπιανε βολή, γιατί είχα Τίμιο Ξύλο πάνω μου και πίστευα. Όσοι φαντάροι το αντιλήφθηκαν πιαστήκαν απ’ τα ρούχα μου. Μόνο αυτοί σωθήκανε. Όλοι οι άλλοι σκοτωθήκανε πάνω στον λόφο». Και στον κόσμο σαν καλόγερος ζούσε.
Είχε ιδιαίτερη αγάπη στην Παναγία. Με ιδιαίτερη κατάνυξη έψαλλε συνέχεια τα τροπάριά της. Η ευλάβειά του ήταν μεγάλη. Λάτρευε τον Χριστό και τον επικαλούνταν συνεχώς. Έλεγε: «Πρέπει κανείς να χορτάσει Χριστό, μετά έρχονται γλυκά δάκρυα κι έτσι εύχεται με αγαλλίαση και ελπίδα, αλλά πάλι δεν εμπιστεύεται στον εαυτό του αλλά στην ευσπλαχνία του Χριστού». Συνήθιζε να λέει· «Όστις μουρλαθεί διά τον Χριστόν συνετιεί αυτόν ο Θεός». Μερικές φορές έκανε και τον διά Χριστόν σαλό.
Η Παναγία και οι άγιοι που θερμά επικαλούνταν, πολλές φορές τον έσωσαν από διάφορους κινδύνους. Κάποτε που τον επισκέφθηκε ένας ιερεύς, συνοδευόμενος από ένα μοναχό, που είχε προβλήματα στο ναό του, του αγίου Γεωργίου, προτού του πει τίποτε, ο Γέρων Χαράλαμπος του είπε: «Να ξέρετε όμως, πατέρες, ότι ο άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος έχει ένα κοντάρι τρία μέτρα. Και όσους του πάνε ενάντια θα τους αρχίσει με αυτό το κοντάρι». Στους κοσμικούς που του ζητούσαν λόγο ωφελείας, αρκούνταν να λέει: «Έκκλινον από κακού και ποίησον αγαθόν». Υπήρξε ανεξίκακος, συγχωρητικός, υπομονετικός και καλοκάγαθος.
Ο Γερό-Χαράλαμπος ο Κομποσχοινάς διηγήθηκε: «Ήταν μία γριούλα στην Μικρά Ασία με μία θαυματουργή εικόνα. Θεράπευε Τούρκους και Χριστιανούς. Στον πόλεμο του ’22 αυτή πήρε την εικόνα- ενώ, λοιπόν, σκότωναν οι Τούρκοι, αυτήν δεν την έβλεπαν και ήρθε στην Αθήνα. Με το μύρο πού έβγαζε η εικόνα θεράπευσε άρρωστο»…
Όταν έγινε μοναχός στο Καλύβι της Παναγίας Καζάνσκας στην Καψάλα αγωνιζόταν πολύ. Ήταν πανύψηλος και γεροδεμένος. Του είπε κάποιος Χανιώτης μοναχός ότι κάνει 3.000 μετάνοιες την ώρα και προσπάθησε να τον μιμηθεί και ο ίδιος αλλά έπαθε πτώση στομάχου. Έλεγε όταν γήρασε: «Έκανα αδιακρισία. Ο Θεός δεν τα θέλει αυτά».
Έλεγε: «Μεγάλο πράγμα είναι η ευχή. Κάθε φορά που λέμε “Κύριε Ιησού Χριστέ…” είναι σαν να λέμε “μνήσθητί μου, Κύριε, εν τη βασιλεία σου”»
Έπλεκε όλη μέρα κομποσκοίνι λέγοντας την ευχή. Το καλοκαίρι έβγαινε και ξάπλωνε στην αυλή μέσα σε έναν λάκκο πού είχε σκάψει ο ίδιος για να τον ζεσταίνει ο ήλιος. Από κει του βγήκε και το παρατσούκλι «εν τω λάκκω». Παρά την ηλικία του, υπέργηρος ων, περιποιόταν τον κήπο με πολύ κόπο, καθώς μάλιστα είχε και μία κήλη μεγάλη σαν πορτοκάλι, πού τον ταλαιπωρούσε και πού την έδενε με ένα κομμάτι ράσο. Πέραν τούτου είχε καμπουριάσει από την πολύχρονη άσκηση, γι’ αυτό και η κάθε του κίνηση ήταν εξαιρετικά επίπονη. Του πρότειναν να τον πάνε στο Νοσοκομείο για να κάνη εγχείρηση, καθώς η κατάσταση του ήταν πολύ επικίνδυνη, αλλά αρνήθηκε ευγενικά λέγοντας: «Δεν πειράζει, αυτός είναι ο κανόνας μου∙ αν θέλει ο Θεός, δεν παθαίνω τίποτα».
Το γούστο είναι που ήταν και … εφευρετικός αλλά και πρωτοπορειακός! Ήταν ο πρώτος που αγόρασε αλυσοπρίονο στο Όρος. Και επειδή του είπαν να προσέχει μήπως βρεί η αλυσίδα και τιναχθεί και τον κόψει τι μηχανεύθηκε; έπιασε και φόρεσε στα χέρια και πόδια του… μπουριά από σόμπες και δυό φύλλα λαμαρίνας στο στήθος και την πλάτη. Σαν τον …..Ρόμποκοπ ήταν!
Όταν έμενε στην Σκήτη Κουτλουμουσίου πήγαινε στο Κυριακό για την λειτουργία της Κυριακής. Παλιά δέν άναβαν σόμπες στους Ναούς στο Άγιον Όρος. Αυτός ο καϋμένος κρύωνε και επειδή δεν άντεχε τόσες ώρες, τυλιγόταν πάνω από το ράσο με μια… κουβέρτα, χωρίς να ενδιαφέρεται που τον έβλεπαν οι άλλοι μοναχοί και προσκυνητές, με αποτέλεσμα να του βγάλουν το παρατσούκλι «Αββάς Σινδόνιος».
Η πιο αξιομνημόνευτη όμως ιστορία του ήταν όταν του ζήτησε ένας μοναχός το κελλί που είχε και έμενε δίπλα στο Πρωτάτο, στις Καρυές. Αμέσως δέχθηκε να του το δώσει ενώ ήταν ήδη γέρος και όδευε στα ογδόντα. Του το παρέδωσε και πήγε να μείνει σε ένα απομακρυσμένο Σταυρονικητιανό κελλί στην έρημο της Καψάλας. Ένα πρωινό στην πλατεία των Καρυών ακούστηκε ένας παρατεταμένος θόρυβος σαν να κυλούσαν ντετζερέδες… Βγαίνουν έξω από τα καταστήματα πατέρες, μαγαζάτορες και προσκυνητές και τι να δούν! Ο γερο-Χαράλαμπος, απαθέστατος έπλεκε κομποσχοίνι, έχοντας δέσει στην μέση του ένα σχοινί που τραβούσε πίσω του όλη του την πραμάτεια! Μια κατσαρόλα, πιο πίσω ένα μπρίκι, μετά το κουτί με τις χάντρες για τα κομποσχοίνια, ένα σκαλιστήρι και πάει λέγοντας….
«Να προσευχόμαστε για όλους, εκτός από τούς εχθρούς του Θεού, δηλαδή τούς αιρετικούς. Γι’ αυτούς καλά είναι να λέμε: Αν θέλεις. Κύριε, φώτισε τους”».
«Σε όσους δεν πιστεύουν δεν λέω βαριά πνευματικά λόγια, για να μην κολαστούν πολύ. “Ό γνούς και μή ποιήσας δαρήσεται πολλά”».
Κάποιος νέος πήγε να αγοράσει ένα κατοστάρι κομποσκοίνι από τον γερό-Χαράλαμπο. Τον ρώτησε: «Για την αδελφή σου το θέλεις;». Πράγματι το ήθελε για την αδελφή του. Πρόσθεσε: «Να βάλω στην φούντα κόκκινο νήμα, πού είναι το χρώμα της παρθενίας, γιατί θα γίνει καλογριά». Και όντως έγινε μοναχή μετά από λίγα χρόνια.
«Ο Θεός λέει, “θα εξολοθρεύσω πάντας τους εργαζομένους την ανομίαν”. Αλλά πέφτουν (γονατίζουν) οι Άγιοι και λένε “και μείς αμαρτωλοί είμαστε, συγχώρεσε μας. Κύριε μας”, και σταματάει την οργή Του ο Θεός».
«Μέγα πράγμα έχουμε το “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με”. Η ευχή τα έχει όλα και σωτηρία ψυχής και υγεία σωματική και φώτιση και ευχαριστία. Να λέμε την ευχή».
«Εν τω ονόματι Ιησού φάλαγγες δαιμόνων συντρίβονται. Εν τω ονόματι Ιησού στην Δευτέρα Παρουσία παν γόνυ κάμψει. Και μερικοί πλανεμένοι λένε: “Τί θα προσκυνήσουμε το όνομα;”. Ό Απόστολος Παύλος εννοεί Ότι θα προσκυνήσουμε τον Χριστό, όχι το όνομα. Δεν χωρίζεται ο Χριστός από το όνομα Του, ο ίδιος είναι. Με το όνομα Του οι Απόστολοι έκαναν θαύματα».
«Ο Θεός χαίρεται, όταν λέμε λόγια ψυχικής ωφελείας».
Ο Γερο-Χαράλαμπος ρωτήθηκε από τον πατέρα Θεόφιλο, αν είδε ποτέ και δαίμονες. «Φυσικά, απάντησε. Όπως συμβαίνει και σε κάθε πιστό Χριστιανό, που αγωνίζεται με την καρδιακή προσευχή, με το “Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελέησόν με”, αλλά με πίστι δυνατή και με ταπείνωσι. Να, και χθες βράδυ είχε έλθει ένας και μ’ ενοχλούσε συνεχώς και δεν μ’ άφηνε να λέω την “Ευχή”, ούτε και να κοιμηθώ έστω και δέκα λεπτά. Κάποια στιγμή μου λέγει ο δαίμονας: – Μη λες αυτό το Όνομα και μην τραβάς αυτό το σχοινί (εννοούσε το κομποσχοίνι), και εγώ δεν θα σε ξαναπειράξω. – Ούστ από ‘δω, κοπρόσκυλο, του είπα, εγώ την “Ευχή” θα την λέγω, γιατί προσκυνώ και πιστεύω στη παντοδυναμία του Ονόματος του Ιησού Χριστού. Γι’ αυτό και στο πανάγιον Όνομά Του σε επιτιμώ να εξαφανισθής αμέσως από μπροστά μου, αφού δεν έχεις καμμιά εξουσία. Και εξαφανίστηκε…
Άλλοτε πάλι μόνο με το “Θεοτόκε Παρθένε, χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία…” οι δαίμονες εγίνοντο άφαντοι, αφήνοντας πίσω τους μία απαίσια βρώμα. Την δυσωδία όμως των δαιμόνων την διέλυε αμέσως η ευωδία του Αγίου Πνεύματος… Έχουν και μία άγρια μούρη…, πολύ απαίσια!». Όταν ήταν άρρωστος ο Γέροντας Χαράλαμπος ο «κομποσχοινάς» και δεν μπορούσε να σηκωθή από τις σανίδες που ήταν ξαπλωμένος, έπαιρνε το μπαστούνι του και λέγοντας την “Ευχή” τους κτυπούσε με αυτό. Συνήθως έλεγε: «Δεν τους χωνεύω καθόλου».
Διηγείτο χαριτωμένα όνειρα, οράματα και οπτασίες δαιμόνων και αγγέλων. Δεν ήταν καθόλου απαιτητικός. Έραινε τους διακονητές με θερμές ευχαριστίες για την τόση φροντίδα τους προς αυτόν. Σήκωνε ένα μεγάλο σταυρό από χρόνια. Του είχε δοθεί «σκόλοψ τη σαρκί», κατά τον θείο Παύλο, για να μην υπεραίρεται. Υπέφερε πολύ από μία μεγάλη κήλη και γι’ αυτό ήταν κλινήρης. Όταν έβγαινε, με δυσκολία επανερχόταν στη θέση της. Γι’ αυτό κι όταν τον συναντούσε κανείς, ήταν ημιξαπλωμένος στη γη. Ήλθε ο καιρός που σταμάτησε πλέον να πλέκει κομποσχοίνια, να μιλάει και να εξιστορεί παλαιά γεγονότα. Διατηρώντας πλήρη διαύγεια πνεύματος επανελάμβανε μόνον την ευχή».
Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 18.2.1998. ημέρα Καθαρά Τρίτη. Εκοιμήθη τον μακάριο ύπνο των δικαίων, αφήνοντας παράδειγμα απλότητος και καρτερίας. Ετάφη στο κοιμητήρι της μονής Σταυρονικήτα.
Πηγές – Βιβλιογραφία
Παϊσίου ιερομ., Γερο-Χαράλαμπος (ο κομποσχοινάς), Εκ βαθέων 3/2003, σσ. 13-17. Βασιλείου Ιωσαφαίου μοναχού, Ενάρετοι άνθρωποι που γνωρίσαμε στο Άγιον Όρος στις μέρες μας, Ο Όσιος Γρηγόριος 32/2007, σσ. 97-101.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό, τ. Γ΄, εκδ. Μυγδονία σ. 1461-1467
***
Ἅγιος Νικόλαος Πλανᾶς ὁ ταπεινότερος τῶν ἱερέων κί ὁ ἀπλοϊκότερος τῶν ἀνθρώπων
ζ. Ἡ ὀπτασία του δικηγόρου.
Ἕνας δικηγόρος ἐξ ̓ Ἀθηνῶν, ὀνόματι Δάλλας, τὸν ἐσέβετο ὡς ὅσιον. Μιὰ ἐποχὴ ἤτανε ἡ οἰκογένειά του στη Γερμανία. Ἔλαβε κάποια ἐπιστολὴ δυσάρεστον καὶ ἐπειδὴ στενοχωρήθηκε πολὺ ὁ δικηγόρος, ἐσκέφθη νὰ πάη εἰς τὸν Ἅγ. Ἰωάννην, ἐπειδὴ λόγῳ τῆς στενοχωρίας του δὲν ἐπρόκειτο νὰ κοιμηθῆ, καὶ μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ παπα – Νικόλας θα ἀγρυπνοῦσε. Ἐπῆγε καὶ ἀνωρθώθη νὰ κοιτάξη ἀπὸ τὸ παράθυρο τῆς ἐκκλησίας καὶ βλέπει τὸν παπα – Νικόλα στὸ παγκάρι, καὶ δεξιά του ἕνα ἄνδρα μὲ δερμάτινο χιτῶνα, ἀδύνατον, ἀσκητικόν, ἀκριβῶς ὅπως εἶναι ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος. Ἀρκετά σαστισμένος πηγαίνει κατ ̓ εὐθεῖαν εἰς τὴν νεωκόρον (κυρά Σημίνα) καὶ τῆς λέγει: «Ξύπνα, νὰ μοῦ ἀνοίξης νὰ περάσω μέσα εἰς τὸν γέροντα». Τοῦ λέγει: «Ὁ Γέροντας δὲν εἶναι ἀπόψε ἐδῶ». -«Τί λές, κυρά μου; Ἐγὼ τὸν εἶδα μέσα στὴν ἐκκλησία, καὶ θέλω νὰ μὲ περάσης μέσα νὰ τὸν ἰδῶ». Τοῦ ἄνοιξε, μπήκε μέσα καὶ ἔμεινε ἐμβρόντητος, διότι δὲν ὑπῆρχε κανένας ἄνθρωπος. Τὸ διηγεῖτο κατόπιν ὁ δικηγόρος μετὰ θαυμασμοῦ.
η’. Η τιμωρία τῆς νεωκόρου.
Εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου προϋπήρχε κάποια νεωκόρος, κυρὰ Μαρία, ἡ ὁποία πειραζομένη ἀπὸ τὸν πονηρὸν ἀντιπαθοῦσε τὸν γέροντα, ἀρκετὸ καιρό. Μιὰ μέρα, καθὼς ἔμπαινε ὁ ἱερεὺς στὴν ἐκκλησία τὸν ἐμούτζωσε. Αὐτὸς δὲν τὸ πρόσεξε καν. Τὴν νύκτα εκείνη, βλέπει ἡ νεωκόρος τὸν ἅγιο Ἰωάννη καὶ τῆς λέγει: «Τί σοῦ ἔκαμε ὁ δοῦλος μου καὶ τὸν μούτζωσες»; Ταυτοχρόνως τῆς κατέφερε ράπισμα, ποὺ ὅταν ξύπνησε τὸ μάγουλό της ἤτανε μελανό. Τὴν ἄλλη μέρα, ὅταν πῆγε πάλι κατὰ τὸ σύνηθες ὁ ἱερεὺς στὴν ἐκκλησία, βγαίνει ἐμπρός του ἡ νεωκόρος, πέφτει στὰ πόδια του, τοῦ ζητοῦσε συγχώρεση καὶ ταυτοχρόνως τὸν παρακαλοῦσε νὰ τῆς πατήση τὰ χέρια. Ὁ πρᾶος καὶ ἤρεμος παραμέριζε. Αὐτὴ φώναζε: «Πάτησέ τα, πάτερ μου»! Καὶ πάλι ὁ ἁπλός: «Μὰ γιατί νὰ σοῦ τὰ πατήξω;» Αὐτὸ κράτησε ἀρκετά, αὐτὸς νὰ μὴ τὰ πατᾶ, καὶ αὐτὴ νὰ ἐπιμένη. Τὴν συγχώρεσε γι’ αὐτό, πού οὔτε κὰν τὸ εἶχε προσέξει. Κατόπιν τοῦ ὁράματος αὐτοῦ ἡ νεωκόρος ἐπῆγε καλόγρια καὶ ὠνομάσθηκε «Ματρώνα».
θ’. Ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ ἀνεκτικότης του.
Ἡ ἀνεκτικότης του, ἡ ὑπομονή του, δὲν εἶχε ὅρια. Εἶχε ἕναν ἀκόλουθο, ποὺ τὸν συνόδευε πάντοτε καὶ τοῦ ἔψαλλε ὅταν δὲν ὑπῆρχε ἄλλος. Τὸν ἔλεγαν Μιχάλη. Αὐτὸς ἀγαποῦσε τὸν πατέρα Νικόλα ἀλλὰ ταυτοχρόνως τὸν βασάνιζε μὲ τὶς φωνές του. Τὶς ἡμέρες τὶς παγερές, τὶς χιονισμένες, ποὺ ὅλοι οἱ γέροι εἶναι κοντὰ στὶς θερμάστρες, αὐτὸς ὁ Μιχάλης ἤτανε κατ’ ἀνάγκην κοντά του, μέσα στὴν ἐκκλησία. Κτυποῦσε τὶς παλάμες του νὰ ζεσταθοῦν καὶ φώναζε τοῦ παπα- Νικόλα, ποὺ μνημόνευε: «Ἄϊντε, παπᾶ μου-ου-ου-ου! Κοιτᾶς νὰ βγάλης τοὺς πεθαμένους ἀπὸ τὴν Κόλαση καὶ νὰ θάψης ἐμᾶς ἀπὸ τὸ κρύο…». Καὶ δός του νὰ κτυπᾶ χέρια και πόδια νὰ ζεσταθοῦν, ἐνῶ ἔξω ἔπεφτε χιόνι.
Ἄλλη μιὰ φορά, καλοκαίρι, ἐλειτουργοῦσε εἰς τὸ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Βασιλέως Γεωργίου Ἰνστιτοῦτο, ποὺ ὑπάρχει μιὰ ἐκκλησούλα Ἁγία Ἄννα. Ἐκεῖ, μετὰ τὴν Λειτουργία κατὰ τὰς 3 μ. μ. ἐκάθησε ὁ γέροντας ἀπ ̓ ἔξω ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, σὲ μιὰ πρόχειρη καρέκλα καὶ ἀμέσως ἐκοιμήθη. Τρέχει ὁ Μιχάλης, ἀπὸ ἐνδιαφέρον τάχα, καὶ τὸν σκούντησε άγαρμπα, τοῦ τάραξε τὴν καρέκλα, φωνάζοντας: «Θὰ κρυώσης, παπᾶααα!» Διότι αὐτός, ὥσπου νὰ τελειώση ἡ Λειτουργία καὶ εἶχε εὐκαιρία πήγαινε καὶ ἔπινε. Τὸν τρόμαξε πολύ τότε καὶ τὸν ξάφνισε τον κουρασμένον παπα – Νικόλα. Ὅσα πνευματικά του παιδιὰ παρευρέθησαν ἐκεῖ, τὸν μάλωσαν τὸν Μιχάλη γιὰ τὴ συμπεριφορά του. Ἐκεῖνος ὅμως, μὲ τὴν ἀπροσποίητον ταπεινοφροσύνην του, μᾶς λέγει: «Μὴ τὸν μαλώνετε… Μὲ ἀγαπᾶ, ἀλλὰ δὲν μοῦ δίνει ἀέρα». Μᾶς ἀποστόμωσε, δὲν ξέραμε τί νὰ τοῦ εἰποῦμε. Καὶ τὰ μικρὰ παιδιά, καὶ αὐτὰ ἔχουν νεύρα, ἐγωϊσμούς κ.λ.π. Αὐτὸς δὲν ἔμαθε τί εἶναι ἐγωϊσμός, ἤ ὀργή. Μόνον γιὰ ἕνα πράγμα στενοχωρεῖτο: ὅταν περιέκοπτον ἀπὸ τὴν προσευχὴ κάτι, τότε ἤτανε κατηφής.
Αὐτὸς ὁ Μιχάλης, μιὰ φορὰ δὲν τὸν ἄφησε νὰ κάνη παράκληση τῆς Παναγίας, μετὰ τὸ τέλος τῆς Λειτουργίας, καὶ ἤτανε κατηφής ὅλη τὴν ἡμέρα αὐτή, καὶ νὰ μονολογῆ: «Ἀκοῦς νὰ μὴ μὲ ἀφήση ὁ Μιχάλης νὰ κάνω παράκληση!…» Καὶ νὰ τὸ ἐπαναλαμβάνη καθ’ ἑαυτόν: «ἀκοῦς νὰ μὴ μὲ ἀφήση νὰ κάνω παράκληση». Ὅταν καμιὰ φορὰ εἰς τὸν Ἅγιον Ἰωάννην ἐγίνετο καμιὰ διαφωνία μεταξὺ ἐπιτρόπων, αὐτὸς ἐκρύπτετο στὸ βάθος τοῦ Ἱεροῦ νὰ μὴ λάβη μέρος. Εἰς ὥρας ἀναπαύσεως ἀπογευματινῆς, συνεβούλευε μιὰ πνευματική του κόρη περὶ τοῦ πῶς νὰ συγκρατῆ τὸ θυμό της. Τῆς ἔλεγε: «Νομίζεις, παιδί μου, πὼς καὶ ἐγὼ δὲν τὸ ξέρω νὰ μιλήσω; ξέρω, ἀλλὰ σκέφτουμαι τὸ ἀποτέλεσμα, καὶ ἔτσι σιωπῶ».
κβ’. Ἐντὸς καὶ μακρὰν τοῦ κόσμου.
Μετὰ τὸ πέρας τῆς Λειτουργίας, ποὺ τελείωνε στὶς 2.30′ — 3, ἀφοῦ ἐλέγοντο παρακλήσεις, ἀπέραντο μνημόνευμα, Ἀκολουθίες πάντοτε διπλές, ἐγένετο ράκος ἀπὸ τὸν κόπο. Ἐσύχναζε δὲ σὲ σπίτια ἐντελῶς φιλικὰ δικά του καὶ ἀνεπαύετο κοιμώμενος καθιστὸς στὴν πολυθρόνα.
Γύρω του ἡ συντροφιὰ τῆς ὥρας συζητοῦσαν πολιτικά, μὲ τὴ δική του γνώμη ὁ καθένας. Καμιὰ φορὰ ἀπετείνοντο καὶ εἰς τὸν πατέρα Νικόλαον: «Σεῖς τί λέτε, πάτερ μου, γι’ αὐτὰ ποὺ συζητοῦμε αὐτὴ τὴ στιγμή»; Καὶ ἀφοῦ συνήρχετο ἀπὸ τὸ βάθος τῶν σκέψεών του ποὺ εὑρίσκετο, ἤθελε καὶ αὐτὸς κάτι νὰ εἰπῆ. Καὶ τὸν ἀκούσαμε νὰ λέγη: «Ποιὸς κυβερνάει τώρα»; δηλαδή, ποιὸς εἶναι πρωθυπουργός; Φαντασθῆτε πόσον γνώστης ἤτανε τῶν κοσμικῶν ὑποθέσεων! Ὅλοι οἱ παρευρισκόμενοι του χάϊδεψαν τὸ κεφαλάκι του, τοῦ φίλησαν τὰ χέρια του καὶ τὸν ἄφησαν ἥσυχο.
Ὅταν ἔβγαινε ἀπὸ τὸ σπίτι μας γιὰ νὰ μεταβῆ εἰς τὴν ἐκκλησία, οἱ νοικοκυράδες τῆς γειτονιᾶς ἐσταυροκοποῦντο γιὰ νὰ ἐκδηλώσουν τὸν σεβασμόν τους. Οἱ διερχόμενοι ἀνέκοπτον τὸ βῆμα τους ἀπὸ σεβασμό. Ποιός φταίει σήμερα, ἂν ἡ κοινωνία βλέπει μὲ ἀσέβειαν τοὺς ἱερεῖς; Δὲν βλέπετε μὲ πόση προθυμία παρακολουθοῦν, ἂν ξεφυτρώση κάπου ἐνάρετος ἱερεύς; Ἀμέσως μαθαίνουν ποῦ θὰ λειτουργήση, ποῦ θὰ κηρύξη, νὰ πᾶνε νὰ τὸν ἀκούσουν.
μ’. Η τιμωρία τοῦ ἱερέως.
Πρὸ χρόνων ὁποὺ δὲν εἶχαν κατεδαφίσει ἀκόμη τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα τοῦ Μαντουκᾶ, ἐπῆγε ἕνα πρωὶ ὁ Παπποῦς νὰ λειτουργήση (ὅπως συνήθιζε νὰ πηγαίνη στὰ ἐρημοκκλήσια, καὶ ποὺ εἰς τὸ κάθε ἕνα ἐρημοκκλησάκι εἶχε ἀφήσει καὶ ἀπὸ μιὰ φορεσιὰ ἱερὰ ἄμφια, γιὰ νὰ μὴ τὰ κουβαλᾶ ἐδῶ καὶ κεῖ μαζί του). Ἐπῆγε, ἐπαναλέγω, νὰ λειτουργήση μιὰ ἐργατικὴ ἡμέρα. Ὁ ἱερεὺς τῆς ἐνορίας ἐκείνης καθὼς τὸ ἔμαθε, τρέχει πλήρης θυμοῦ καὶ τοῦ λέγει: «Νὰ φύγης ἀπ ̓ ἐδῶ, ἔρχεσαι καὶ μοῦ παίρνεις τοὺς ἐνορίτες μου». Καταλυπημένος ὁ Παπποῦς ἔφυγε καὶ ἦλθε στὸν Προφήτη Ἐλισσαῖο νὰ λειτουργήση. Πλησίαζε μεσημέρι, καὶ τὸν βλέπουμε δίπλα μας νὰ παρακολουθῆ τὴν Ἀκολουθία, ἀλλὰ ταυτοχρόνως νὰ σιγοκλαίη σὰν μωρὸ που κάτι τοῦ ἐστέρησαν. Τὸν ρώτησα: «Τί ἔχεις, πάτερ μου;» Καὶ μοῦ λέγει: «Καίω ποὺ μὲ γιώξανε» (δηλαδή: Κλαίω ποὺ μὲ διώξανε). Ἀμέσως είπα: ὁ Θεὸς νὰ δώση αὐτὰ τὰ δάκρυα νὰ μὴν τιμωρήσουν τὸν ἱερέα που τὸν ἔδιωξε. Ὅπου, κατά τὴν 1ην μ. μ. ἔστειλε ὁ ἱερεὺς τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος ἕνα σημείωμα εἰς τὸ ὁποῖον ἔλεγε: «Πάτερ Νικόλαε, ἔχεις τὴν ἄδεια καὶ τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα νὰ λειτουργῆς πάντοτε στὸν Ἅγιο, γιατὶ ἀμέσως τιμωρήθηκα: ἐπιστρέφων ἐφ ̓ ἁμάξης ἀπὸ τὴν ἀγορά, ἀφηνίασε τὸ ἄλογο τοῦ ἁμαξα ἐμπρὸς εἰς τὸ ἱερὸν τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος, καὶ ἔπεσα ἀπὸ τὸ ἁμάξι εἰς τὸ τεῖχος τοῦ Ἱεροῦ τοῦ Ἁγίου, καὶ ἔσπασα τὸ πόδι μου. Τὸ κατάλαβα, διότι αὐθημερὸν μὲ τιμώρησε ὁ ̔́Ἅγιος, καὶ σοῦ ζητῶ συγγνώμη»! Τὸ διάβασε ὁ Παπποῦς μετὰ προσοχῆς καὶ εἶπε: «Σημεῖο εἶναι τοῦτο, σημεῖο εἶναι». Ὅλα τὰ ὑπερφυσικά, σημεῖα τὰ ἔλεγε.
Ἦταν πολὺ ἁπλοῦς εἰς τὴν καρδίαν καὶ εἰς τὴν ἔκφρασιν ὁ παπα – Νικόλας. Ὅταν κάποτε τὸν ἠρώτησε ἕνας ἀπὸ τὴν συνοδεία του γιὰ τὶς Ἰαμβικὲς καταβασίες τῶν Χριστουγέννων, ἀπάντησε μὲ πολλὴν ταπείνωσιν: «Ἐγὼ δὲν τὰ καταλαβαίνω, παιδάκι μου, αὐτὰ τὰ γαλλικά!»













