Η φωνή που μας συντροφεύει τα ήσυχα καλοκαιρινά βράδια!

Η φωνή που μας συντροφεύει τα ήσυχα καλοκαιρινά βράδια!

Η μελωδία που ξυπνάει αναμνήσεις τα καλοκαιρινά βράδια…
Τα βράδια τον ακούω.
Η απαλή, μελωδική φωνή του Γκιώνη απλώνεται στο σκοτάδι σαν μελωδία μέσα από χρονο-πύλη, υφαίνοντας γύρω μας έναν αόρατο μανδύα νοσταλγίας. Είναι ήχος που δεν ανήκει μόνο στο παρόν· κουβαλάει μέσα του την ανάμνηση όλων των καλοκαιριών που χάθηκαν, όλων των παιδικών βραδιών κάτω από τ’ αστέρια, όλων των μυστικών που ψιθυρίστηκαν ποτέ σε αυλές και δέντρα.
Μυστηριώδης, μελαγχολική, γλυκόπικρη.
Σαν να σου ψιθυρίζει ξεχασμένα παραμύθια που ξαφνικά σου ζεσταίνουν την καρδιά. Κάθε «κιου-κουου» του είναι μια ανάσα μυστηρίου, μια ήρεμη υπενθύμιση ότι δεν είμαστε μόνοι στη νύχτα. Είναι ήχος που σε κάνει να χαμογελάς μελαγχολικά, να κοιτάς ψηλά τον ουρανό και να νιώθεις ότι κάτι παλιό, κάτι όμορφο και άπιαστο, ακόμα ζει.
ΓΚΙΩΝΗΣ
Η μικρή, νοσταλγική μελωδία της ελληνικής νύχτας.
Από τις μικρότερες κουκουβάγιες της Ελλάδας, ο Γκιώνης είναι εκείνος που μεταναστεύει κάθε φθινόπωρο, σαν ταξιδιώτης που κουβαλάει μαζί του όλες τις ιστορίες του καλοκαιριού. Κι όμως, η φωνή του μένει χαραγμένη στη μνήμη μας πολύ μετά την αναχώρησή του.
Ακούγεται παντού: σε χωριά, σε κήπους, ακόμα και μέσα στην καρδιά της Αθήνας. Μικρός σαν παιδί, τρέφεται με έντομα και φωλιάζει στα δέντρα, φέρνοντας μαζί του την ποίηση του απλού και του άγνωστου.
Όταν πέφτει το σκοτάδι, η φωνή του αρχίζει τη δική της βάρδια.
Η μελωδία του κάνει την νύχτα του καλοκαιριού ένα τόπο μυστηρίου, νοσταλγίας και απαλής, ατέλειωτης γαλήνης.