Η Βυζαντινή Σπάνια: το δυτικό όριο της Ρωμανίας και ο λόγος που δεν κράτησε περισσότερο
Η επαρχία της Σπάνιας υπήρξε ίσως το πιο φιλόδοξο και ταυτόχρονα το πιο εύθραυστο εγχείρημα της βυζαντινής εξωτερικής πολιτικής. Ήταν η δυτικότερη επαρχία που ενσωματώθηκε ποτέ στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία της Ανατολής και συμβόλιζε κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή στρατιωτική κατάκτηση: την προσπάθεια ανασύστασης της ρωμαϊκής οικουμένης από την Κωνσταντινούπολη μέχρι τις ακτές του Ατλαντικού.
Η Σπάνια κατακτήθηκε τον 6ο αιώνα, στα χρόνια του Ιουστινιανού Α΄, μέσα στο ευρύτερο όραμα της renovatio imperii – της αποκατάστασης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ωστόσο, σε αντίθεση με την Ιταλία ή τη Βόρεια Αφρική, η Ιβηρική Χερσόνησος βρισκόταν στην άκρη του γνωστού κόσμου για το Βυζάντιο. Η απόσταση από την Κωνσταντινούπολη, η πολιτική αστάθεια και οι εχθρικές δυνάμεις την καθιστούσαν ένα προκεχωρημένο φυλάκιο με περιορισμένες πιθανότητες μακροημέρευσης.
Ένα θαλάσσιο στοίχημα
Η επιβίωση της Σπάνιας θα μπορούσε να εξασφαλιστεί μόνο μέσω της θάλασσας. Ένας μόνιμος ναυτικός άξονας Καρχηδόνας–Καρθαγένης ήταν απολύτως απαραίτητος για τη μεταφορά στρατευμάτων, εφοδίων και διοικητικής υποστήριξης. Η Καρχηδόνα, ισχυρό βυζαντινό κέντρο στη Βόρεια Αφρική, λειτουργούσε ως φυσική γέφυρα προς την Ιβηρική.
Χωρίς συνεχή ναυτική υπεροχή στη δυτική Μεσόγειο, η Σπάνια ήταν καταδικασμένη να απομονωθεί. Η βυζαντινή ναυτική ισχύς όμως άρχισε να φθίνει καθώς τα μέτωπα πολλαπλασιάζονταν και οι πόροι εξαντλούνταν.
Προς έναν αυτόνομο βυζαντινό πριγκιπάτο στη Δύση
Πέρα όμως από τον θαλάσσιο άξονα, η Βυζαντινή Σπάνια θα έπρεπε να οικοδομηθεί ως αυτάρκες οικονομικό και στρατιωτικό σύστημα με τοπική βάση. Καθοριστικό βήμα θα ήταν η δημιουργία αυτοτελούς φορολογικού μηχανισμού, όπου σημαντικό μέρος των εσόδων από γη, εμπόριο και λιμάνια θα παρέμενε στην επαρχία και δεν θα διοχετευόταν στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι θα μπορούσε να χρηματοδοτείται μόνιμος στρατός και στόλος χωρίς εξάρτηση από το κέντρο. Παράλληλα, η οργάνωση στρατιωτικών κτημάτων (πρόδρομος θεματικού συστήματος) σε Ιβηρορωμαίους και εξελληνισμένους ντόπιους πληθυσμούς θα εξασφάλιζε ένοπλη τάξη πιστή στη βυζαντινή διοίκηση, αλλά ριζωμένη τοπικά.
Στο οικονομικό πεδίο, η Σπάνια διέθετε πλούσια μεταλλεία (ιδίως αργύρου και χαλκού), εύφορες πεδιάδες και ανεπτυγμένη ρωμαϊκή αγροτική υποδομή. Η κρατική αξιοποίηση των μεταλλείων με βυζαντινή νομισματοκοπία τοπικής κυκλοφορίας θα μετέτρεπε την περιοχή σε χρηματοπιστωτικό κόμβο της δυτικής Μεσογείου. Ταυτόχρονα, η συστηματική αναβάθμιση λιμένων όπως η Καρθαγένη και η Μάλαγα σε ελεύθερα εμπορικά κέντρα, με προνόμια σε Σύρους, Έλληνες και Ιταλιώτες εμπόρους, θα δημιουργούσε ένα δυναμικό δίκτυο εμπορίου ανεξάρτητο από τις ανατολικές οδούς.
Σε στρατιωτικό επίπεδο, η αυτάρκεια θα επιτυγχανόταν με τη συγκρότηση τοπικού ναυτικού υπό διοίκηση στρατηγού-ναυάρχου, με ναυπηγεία εγκατεστημένα στην Ιβηρική και όχι στην Ανατολή. Παράλληλα, η ίδρυση μόνιμων φρουρίων-πόλεων στα όρια με τα βησιγοτθικά εδάφη, επανδρωμένων από επαγγελματίες στρατιώτες και όχι μισθοφόρους, θα καθιστούσε τη Σπάνια στρατιωτικά αυτάρκη και ικανή να λειτουργεί ως ανεξάρτητο αμυντικό σύστημα. Έτσι, η Βυζαντινή Σπάνια δεν θα ήταν απλώς προκεχωρημένο φυλάκιο, αλλά ένα πλήρες δυτικό βυζαντινό κράτος σε εμβρυακή μορφή.
Η κατάρρευση του οράματος
Η απώλεια της Βυζαντινής Σπάνιας δεν υπήρξε αποτέλεσμα μίας μεγάλης, καθοριστικής μάχης ούτε μιας θεαματικής στρατιωτικής ήττας. Αντιθέτως, συντελέστηκε σταδιακά και σιωπηλά, μέσα από τη φθορά και την εγκατάλειψη. Κατά το πρώτο μισό του 7ου αιώνα, η Κωνσταντινούπολη, πιεζόμενη από τους Πέρσες στην Ανατολή, τους Αβάρους και Σλάβους στα Βαλκάνια και κατόπιν από την αραβική επέκταση, αδυνατούσε πλέον να στηρίζει στρατιωτικά και οικονομικά τη μακρινή ιβηρική κτήση της.
Οι βυζαντινές φρουρές στη νότια Ιβηρία απομονώθηκαν, τα ναυτικά δρομολόγια αραιώθηκαν και οι ενισχύσεις σχεδόν εξέλειψαν. Εκμεταλλευόμενοι το κενό ισχύος, οι Βησιγότθοι προχώρησαν σε σταδιακή ανακατάληψη των βυζαντινών εδαφών, άλλοτε με περιορισμένες συγκρούσεις και άλλοτε μέσω συνθηκολόγησης τοπικών διοικητών. Περί το 624 μ.Χ., επί βασιλείας του βασιλιά Σουιντίλα, τα τελευταία βυζαντινά ερείσματα στη Σπάνια εγκαταλείφθηκαν ή παραδόθηκαν, χωρίς να καταγραφεί μεγάλη μάχη ή επίσημη αυτοκρατορική εκστρατεία για τη διάσωσή τους.
Ένα χαμένο αλλά υπαρκτό ενδεχόμενο
Η Βυζαντινή Σπάνια δεν υπήρξε αποτυχία ούτε όριο της βυζαντινής ισχύος. Υπήρξε ένα χαμένο ενδεχόμενο, ένα πείραμα που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί μέσα σε έναν αιώνα παγκόσμιας ανατροπής. Αν είχε εξελιχθεί σε αυτόνομο δυτικό πόλο, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως προμαχώνας της Ρωμανίας στη Δύση και ίσως να αλλάξει την ισορροπία δυνάμεων στη μεσαιωνική Μεσόγειο. Έτσι, η Βυζαντινή Σπάνια δεν «έπεσε» με τον θόρυβο της καταστροφής, αλλά έσβησε μέσα στην παγκόσμια αναδιάταξη δυνάμεων του 7ου αιώνα, θύμα της γεωγραφικής της απομόνωσης και των πολλαπλών μετώπων που απειλούσαν την Αυτοκρατορία.














