Μνήμη της Μικράς Ασίας … Η Ελλάδα τόπος πονεμένος, χαροκαμένος, βασανισμένος από κάθε λογής βάσανο, κι όλη η χριστιανοσύνη βρίσκουν παρηγοριά και στήριγμα στη Παναγία, τη χαροκαμένη μητέρα του Χριστού…. στην ελπίδα των απελπισμένων, στη χαρά των πικραμένων, … στη μάνα των ορφανεμένων. Φώτης Κόντογλου

Φώτης Κόντογλου
«Ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου μὲ ζάλαι ὥσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε». «Σὰν τὰ μελίσσια ποὺ τριγυρίζουνε γύρω στὴν κερήθρα, ἔτσι κ᾿ ἐμένα μὲ ζώσανε οἱ ζαλάδες τῆς ζωῆς καὶ πέσανε ἀπάνω στὴν καρδιά μου καὶ τὴν κατατρυπᾶνε μὲ τὶς φαρμακερὲς σαγίτες τους.
Ἄμποτε, Παναγιά μου, νὰ σὲ βρῶ βοηθό, νὰ μὲ γλύτωσεις ἀπὸ τὰ βάσανα». Μὰ ποιὸς ἀπό μας γυρεύει βοήθεια ἀπὸ τὴν Παναγία, ἀπὸ τὸν Χριστὸ κι᾿ ἀπὸ τοὺς ἁγίους; Γυρεύουμε βoήθεια ἀπὸ τὸ κάθε τί, παρεκτῶς ἀπὸ τὸ Θεό.”’ Ἀλλὰ τί βοήθεια μποροῦνε νὰ δώσουνε στὸν ἄνθρωπο τὰ εἴδωλα τὰ λεγόμενα «ἐπιστήμη» καὶ «τέχνη»;
Ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ ἀναχωρητὴς λέγει: «Σ᾿ ὅλους τοὺς δρόμους ποὺ πορεύονται οἱ ἄνθρωποι σὲ τοῦτον τὸν κόσμο δὲv βρίσκουνε σὲ κανένα τὴν εἰρήνη, ὡς ποὺ vα σιμώσουμε στὴν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ. Μὰ ἀλλοίμονο οἱ πιὸ πολλοὶ ἄvθρωποι εἶναι «οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα» ὅπως λέγει ὁ Παῦλος.
Ὅποιος δὲν ἔχει τὴν πίστη μέσα στὴν καρδιά του, τί ἐλπίδα μπορεῖ νἄχει; Ὅπου ν᾿ ἀκουμπήσει ὅλα εἶναι σάπια. Γι᾿ αὐτὸ κι᾿ ὁ ὑμνογράφος ποὺ εἴπαμε, λέγει στὴν Παναγία: «Ἀπορήσας ἐκ πάντων, ὀδυνηρῶς κράζω σοι· πρόφθασον, θερμὴ προστασία, καὶ τὴν βοήθειαν δός μοι τῷ δούλῳ σου τῷ ταπεινῷ καὶ ἀθλίω». «Ὅλα, λέγει τὰ δοκίμασα, μὰ κανένα πράγμα δὲ μπόρεσε vα μὲ ξαλαφρώσει. Γιὰ τοῦτο φωνάζω Ἐσένα μὲ θρῆνο πικρόν, καὶ λέγω: Πρόφταξε καὶ δόσε τὴ βοήθειά σου σὲ μένα τὸν ταπεινὸ κι᾿ ἄθλιο δοῦλο σου».
Ἡ Παναγία εἶναι ἡ ἐλπίδα τῶν ἀπελπισμένων, ἡ χαρὰ τῶν πικραμένων, τὸ ραβδὶ τῶν τυφλῶν, ἡ ἄγκυρα τῶν θαλασσοδαρμένων, ἡ μάνα τῶν ὀρφανεμένων. Ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ εἶναι πονεμένη θρησκεία, ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς καρφώθηκε ἀπάνω στὸ ξύλο: κ᾿ ἡ μητέρα του ἡ Παναγία πέρασε κάθε λύπη σὲ τοῦτον τὸν κόσμο.
Γι᾿ αὐτὸ καταφεύγουμε σὲ Κεiνη ποὺ τὴν εἴπανε οἱ πατεράδες μας: «Καταφυγή»,«Σκέπη τοῦ κόσμου», «Γοργοεπήκοο», «Γρηγοροῦσα»,«Ὀξεία ἀντίληψη»,«Ἐλεοῦσα», «Ὁδηγήτρια», «Παρηγορίτισσα» καὶ χίλια ἄλλα ὀνόματα, ποὺ δὲν βγήκανε ἔτσι ἁπλὰ ἀπὸ τὰ στόματα, ἀλλὰ ἀπὸ τὶς καρδιὲς ποὺ πιστεύανε καὶ ποὺ πονούσανε. Μονάχα στὴν Ἑλλάδα προσκυνιέται ἡ Παναγία μὲ τὸν πρεπούμενο τρόπο ἤγουν μὲ δάκρυα μὲ πόνο καὶ μὲ ταπεινὴ ἀγάπη.
Γιατὶ ἡ Ἑλλάδα εἶναι τόπος πονεμένος, χαροκαμένος, βασανισμένος ἀπὸ κάθε λογῆς βάσανο. Κι᾿ ἀπὸ τούτη τὴν αἰτία τὸ ἔθνος μας στὰ σκληρὰ τὰ χρόνια βρίσκει παρηγοριὰ καὶ στήριγμα στὰ ἁγιασμένα μυστήρια της ὀρθόδοξης θρησκείας μας, καὶ παραπάνω ἀπὸ ὅλα στὸ Σταυρωμένο τὸ Χριστὸ καὶ στὴ χαροκαμένη μητέρα του, ποὺ πέρασε τὴν καρδιά της σπαθὶ δίκοπο….
[…] Κύτταξε πάθος καὶ μεράκι ποὺ ξελοχίζει ἀπὸ καιγόμενη καρδιά! Ὁ ὑμνωδός, ἀντὶ νὰ κλάψει γιὰ τὴν Παναγία ποὺ εἶναι μπροστά του ξαπλωμένη ἀπάνω στὴν κλίνη της, τυλιγμένη μὲ τὸ μαφόρι της μὲ κλεισμένα τὰ μάτια της ποὺ δίνανε παρηγοριὰ στὴν ἀνθρωπότητα, μὲ σταυρωμένα τὰ ἄχραντα χέρια της, ποὺ βαστάξανε τὸν Χριστὸ καὶ τὸν ἀναθρέψανε, πεθαμένη σὰν τὸν κάθε ἄνθρωπο, ἀντὶς λέγω νὰ κλάψει, ἀφοῦ πρῶτα ἀπορεῖ πῶς ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς κείτεται στὸ μνῆμα, μονομιᾶς κράζει μὲ δάκρυα στὰ μάτια, πλὴν δάκρυα χαρᾶς: «Εὐφραίνου Γεθσημανή, ποὺ ἔχεις θησαυρισμένο τὸ ἅγιο σκήνωμα τῆς Θεοτόκου.» Κ᾿ ὕστερα στρέφει στοὺς χριστιανοὺς ποὺ εἶναι μέσα στὴν ἐκκλησία καὶ τοὺς λέγει μὲ τὸν ἴδιο πνευματικὸ οἶστρο.
«Ἂς κράξουμε ὅλοι μαζὶ στὴν Παναγία, ἔχοντας γιὰ πρωτοψάλτη τὸν ἀρχάγγελο Γαβριήλ, ποὺ τὴ χαιρέτισε μὲ τὰ ἴδια λόγια κατὰ τὴ χαρoύμενη, μέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ κι᾿ ἂς ποῦμε: «Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μαζί σου εἶναι ὁ Κύριος, ποὺ δωρίζει στὸν κόσμο μὲ ἐσένα, τὸ μέγα ἔλεος». Θάνατος δὲν ὑπάρχει ἐδῶ πέρα ποῦ εἶναι ἡ μητέρα τῆς Ζωῆς;
Κι᾿ οὔτε μοιρολόγια καὶ ξόδια θρηνητερά, παρὰ χαρὰ ἀνεκλάλητη, γάμος πνευματικός, τράπεζα ἁγιασμένη ποὺ ἔχει ἀπιθωμένον ἀπάνω της τὸν ἄρτο τῆς ζωῆς καὶ τὸ κρασὶ τῆς ἀθανασίας, καὶ πίνουνὲ οἱ χριστιανοὶ καὶ μεθᾶνε ἕνα μεθύσι ἅγιο, ἁγνό, ἄμωμο καὶ δὲν βρίσκονται πιὰ μπροστὰ σἕνα λείψανο ποὺ τὸ κηδεύουνε, ἀλλὰ βρίσκονται στὴ Ναζαρέτ, στὸ σπίτι τὸ χαρούμενο καὶ τὸ μοσκοβολημένο ἀπὸ τὴν παρθενικὴ εὐωδία τῆς Παναγίας, τότε ποὺ ἤτανε δεκάξη χρονῶν, κατὰ κείνη τὴν ἡμέρα πὤγινε ὁ Εὐαγγελισμός, καὶ κράζουνε γηθόσυνα οἱ λιγόζωοι οἱ ἄνθρωποι σὰ νάναι ἀθάνατοι, μαζὶ μὲ τὸν ἀρχάγγελο Γαβριήλ: «Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μετὰ σοῦ ὁ Κύριος!» Ἡ Κοίμησις γίνεται Εὐαγγελισμός, ἡ θλίψη μεταλλάζεται σὲ χαρά!
[…]Τὰ μάτια μου εἶναι θολωμένα ἀπὸ τὰ δάκρυα τώρα ποὺ γράφω αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ μας. Αὐτὰ τὰ λίγα λόγια τὰ φύλαξε ἡ ἀνθρωπότητα στὴν καρδιά της καὶ μ᾿ αὐτὰ κλαίγει καὶ μ᾿ αὐτὰ χαίρεται. Αὐτὰ τὰ λόγια γενήκανε θεμέλιο τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ μεταλλαχτήκανε σὲ λογῆς-λογῆς ἁγιασμένα αἰσθήματα καὶ βγήκανε ἀπὸ τὶς καιόμενες καρδιὲς τῶν ἁγίων ἀνθρώπων καὶ εὐωδιάσανε τὸν κόσμο.
Ἀπὸ τὸν ἕναν γινήκανε ὕμνοι, ἀπὸ τὸν ἄλλον εἰκονίσματα, σὲ ἄλλον γινήκανε προσευχή, σὲ ἄλλον ψαλμός, σὲ ἄλλον ἐκκλησιὰ μὲ κουμπέδες καὶ μὲ ἁγιατράπεζα, σὲ ἄλλον θυσία τοῦ μάταιου κόσμου καὶ βουβὴ κατάνυξη…..
Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ «Ἐπὶ σοὶ Χαίρει, Κεχαριτωμένη. Πᾶσα ἡ κτίσις», ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «Ἑλληνικὴ Δημιουργία», τ. 37, 1949
***
Μνήμη της Μικράς Ασίας …
Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες… ένα “τραύμα” που ακόμη είναι ανοιχτό, κι ακόμη πονάει….
14 Αυγούστου του 1924
Στα Φάρασα της αγιοτόκου Καππαδοκίας
Ο ευλογημένος άνθρωπος του Θεού, Χατζεφεντής, εκτός από τα άλλα του χαρίσματα είχε και το προορατικό χάρισμα. Είχε πληροφορηθή από τον Θεό, από χρόνια μπροστά, πως θα έφευγαν για την Ελλάδα, και έλεγε στους Φαρασιώτες να μην ξανοίγωνται, αλλά να κάνουν οικονομίες για τον δρόμο…
Όταν πέρασε κι εκείνος ο χρόνος, έφθασε και το θλιβερό μήνυμα, να ετοιμασθούν γρήγορα για δρόμο. Ήταν φυσικά πολύ πικρό το ξεσπίτωμα, αλλά ο καλός Πατέρας και αυτό το είχε γλυκάνει με το ότι θα επέστρεφαν πάλι στην μητέρα Ελλάδα. Όλοι οι Φαρασιώτες άρχισαν αμέσως τις ετοιμασίες τους, όπως και ο Πατήρ έκανε τις δικές του. Βάπτισε πρώτα όλα τα αβάπτιστα παιδιά, καθώς και ένα παιδί του Προέδρου…..
Μετά λοιπόν από το βάπτισμα των παιδιών, έσκαβε μία εβδομάδα και έκρυβε τα Ιερά Σκεύη, για να μη μολυνθούν από τους Τούρκους, άλλα εντός της Εκκλησίας των Οσιομαρτύρων Βαραχησίου και Ιωνά και άλλα στο Κοιμητήρι. Ήταν φυσικά αδύνατο να μεταφερθούν, διότι στα ζώα είχαν φορτωμένα τα παιδάκια ανά δύο σε κάσες ή τους πολύ γέρους και τρόφιμα με πράγματα πρώτης ανάγκης για την μακρινή πορεία.
Όπως ο στοργικός Πατέρας φρόντισε να τακτοποιήση τα παιδιά του, έτσι και τα φιλότιμα παιδιά φρόντισαν να τον ανακουφίσουν λίγο, έστω και σωματικά, στην θλιβερή εκείνη φυγή τους. Γι’ αυτό ετοίμασαν ένα φρόνιμο ζώο, για να μην κουρασθή, αλλά με κανέναν τρόπο δεν δέχθηκε. Τότε το Συμβούλιο αναγκάσθηκε να ορίση τρία ευλαβέστατα γερά παιδιά, για να τον ακολουθούν, τον Μωυσή Κογλανίδη του Κχούτη, τον Σολομών Κοσκερίδη και τον Σαράντη Τσοπουρίδη, αν και ο Πατήρ Αρσένιος δεν είχε ανάγκη από ανθρώπινες προστασίες, διότι ήταν Πνευματικό παλληκάρι ο ίδιος και διέθετε θείες δυνάμεις, όπως θα φανή και στην συνέχεια της πορείας του.
Η φυγή έγινε στις 14 Αυγούστου 1924, διότι οι Τούρκοι είχαν έρθει νωρίτερα και τους ξεσπίτωσαν. Της Παναγίας (Δεκαπενταύγουστο) γιόρτασαν στο πρώτο χωριό που στάθμευσαν, στις Αχγιαβούδες (Γιάχ-Γυαλί). Ο Πατήρ Αρσένιος σαν τον καλό τσομπάνη ακολουθούσε από κοντά το φυγαδευμένο του κοπάδι. Παρόλο που ήταν και ανταλλαγή, οι Τούρκοι ήταν σαν τις κακές σφήκες, όπως πάντοτε. Από τις Αχγιαβούδες ο Πατήρ γύρισε πάλι στα Φάρασα, εξήντα χιλιόμετρα ποδαρόδρομο (τριάντα και τριάντα), για να βγάλη και το Ιερό Λείψανο του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου από την Αγία Τράπεζα του Ναού των Αγίων Βαραχησίου και Ιωνά, που είχε λησμονήσει, χωρίς να πάρη κανέναν από την συνοδεία του, για να μην τους κουράση, και επέστρεψε στο ποίμνιο του, που τον περίμενε με αγωνία. Στις Αχγιαβούδες η Τουρκική Αρχή για την προστασία του έδωσε και έναν τζανταρμά (χωροφύλακα), για να τον προφυλάξη και να τον παραδώση στην Νίγδη ζωντανό. Ενώ λοιπόν βάδιζαν από το Ένεχιλ για το Ουλαγάτς, συνάντησαν έναν καβαλλάρη Τούρκο πολύ αγριεμένο, ο οποίος λέγει στον χωροφύλακα:
– Τί τον θέλεις αυτόν (εννοούσε τον Πατέρα Αρσένιο) και δεν τον ρίχνεις κάπου να τελειώνεις;
Ένα από τα τρία παιδιά φοβήθηκε μην κάνουν κακό στον Πατέρα και του είπε να πη στους Τούρκους πως είναι επίσημο πρόσωπο και να προσέξουν. Ο Πατήρ του απάντησε: «Λέγονται τέτοια πράγματα; Άντε, προχωρείτε», και συνέχισαν τον δρόμο τους. Ο Τούρκος δεν πρόλαβε να προχωρήση ούτε είκοσι μέτρα, διηγείται ο Μωυσής Κογλανίδης, και έπεσε κάτω από το άλογο του. Όταν το είδε αυτό το τζανταρμάς, είπε στον Πατέρα Αρσένιο:
– Σεν σιζ Αζίζ! (Εσύ είσαι Άγιος).
Από εκείνη την στιγμή και ύστερα φερόταν με μεγάλη ευγένεια ο χωροφύλακας. Είπε μετά στα παιδιά ο Χατζεφεντής: «Ακόμη δεν του έδωσα κατάρα και αυτός έπεσε από το άλογο του».
Στην Νίγδη δεν τον περίμεναν μόνον οι Φαρασιώτες, αλλά και πολλοί κάτοικοι της πόλεως ασθενείς, για να τους θεραπεύση, όταν άκουσαν ότι περνούσε από εκεί…..
Βλέπει κανείς ότι, ενώ βρισκόταν μέσα στην ανθρώπινη εκείνη εγκατάλειψη, στον δρόμο της ταλαιπωρίας, για να είναι όμως ο Άγιος Πατήρ ενωμένος με τον Θεό, σκορπούσε συνέχεια την θεία Χάρη και έτσι ένιωθαν οι γύρω την θεία σιγουριά…..
Ο Χατζεφεντής δεν έπαψε να τους παρηγορή και στην συνέχεια, διότι έπρεπε να τους προετοιμάση για να δεχθούν ήρεμα τόσο τον χωρισμό μεταξύ τους, όσο και τον δικό του αποχωρισμό για την άλλη ζωή. Τους υπενθύμιζε όλα όσα τους έλεγε στην Πατρίδα: «Όταν θα πάμε στην Ελλάδα, το χωριά μας θα σκορπίση σε πολλά μέρη της και θα γίνη “γαρμάν-τσορμάν” (φύρδην-μίγδην)». Επίσης τους έλεγε: «Στην Ελλάδα, όταν θα πάμε, εγώ θα ζήσω μόνο σαράντα ημέρες και θα πεθάνω σ’ ένα Νησί».
Η αγία του μορφή συνέχεια σκορπούσε Χάρη και παρηγοριά και μέσα στο καράβι….
Αυτό που είχε κουράσει περισσότερο όλα αυτά τα χρόνια τον ακούραστο καλόν εργάτη Πατέρα Αρσένιο στον Αμπελώνα του Χριστού, δεν ήταν τόσο η δουλειά, όσο το άγρυπνο φύλαγμα του αμπελιού, διότι ήταν σε πολύ απόμερο μέρος τα Φάρασα και γύρω-γύρω ήταν άγρια θηρία (οι Τσέτες), που ορμούσαν, για να σπάσουν τους φράχτες και να μπουν να το καταστρέψουν. Βλέποντας όλη αυτή την μεγάλη αγωνία ο Καλός Θεός, ξερρίζωσε τα κλήματα όλα και τα πήρε μαζί με τον Αμπελουργό· τα μεν κλήματα να τα μεταφυτέψη στο μεγάλο Του αμπέλι στην Ελλάδα, τον δε Αμπελουργό να πάρη πια κοντά Του, να ξεκουρασθή….
Μετά από πολλές ταλαιπωρίες έφθασε το καράβι σε Ελληνική σκάλα, στον Άγιο Γεώργιο Πειραιώς, και εκεί που πλησίασαν το χώμα το Ελληνικό, χαρούμενοι γιόρτασαν και την μεγάλη εκείνη ημέρα, που ήταν η Ύψωση του Τιμίου Σταυρού, 14 Σεπτεμβρίου του 1924 (με το εορτολόγιο της Πατρίδος τους). Παρέμειναν τρεις εβδομάδες στα σύρματα, στον Άη-Γιώργη, και εν συνεχεία πήγαν στην Κέρκυρα, όπου και ταχτοποιήθηκαν προσωρινά στο Κάστρο της Κερκύρας..
Αγίου Παΐσίου Αγιορείτου, Ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης, εκδ. Ι. Ησυχαστηρίου Ευαγγ. Ιωάννης ο Θεολόγος, Σουρωτή Θεσσαλονίκης
***
Στις 16 Αυγούστου 1922 άρχισε η μεγάλη έξοδος των Ελλήνων από την Κιουτάχεια. Ενώ το μικρασιατικό μέτωπο κατέρρεε, οικογένειες ολόκληρες εγκατέλειπαν πεζή την πόλη, παίρνοντας μαζί τους ελάχιστα πράγματα και αφήνοντας πίσω σπίτια, καταστήματα, εκκλησίες, σχολεία και μια ζωή αιώνων….
«…Οι Έλληνες είναι ο λαός του μέλλοντος στην ανατολική Μεσόγειο.
Αντιπροσωπεύουν το χριστιανικό πολιτισμό απέναντι της τουρκικής βαρβαρότητας …» (Lloyd George 1863-1945)













