Ο Διγενής στη Σκοπιά της Ανατολής

Ο Διγενής στη Σκοπιά της Ανατολής

Το σούρουπο βάφει χρυσά τα βουνά του Ταύρου. Πάνω στον βράχο, ο Βασίλειος Διγενής Ακρίτας σφίγγει το κοντάρι του. Η βαριά πανοπλία του γυαλίζει, και η κόκκινη χλαμύδα του ανεμίζει σαν φλόγα. Πίσω του, το λάβαρο με το Χριστόγραμμα ΧΡ. Μπροστά του, η απεραντοσύνη της Ρωμανίας.
«Διγενής τον έλεγαν», ψιθύρισε ο νεαρός σκοπός δίπλα του. «Από Ρωμιό πατέρα και Σαρακηνή μάνα. Δύο κόσμοι στο αίμα του, μια ψυχή αφιερωμένη στα σύνορα.»
Ο Διγενής δεν μίλησε. Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στη φωτιά που άναψε στον μακρινό πύργο. Σινιάλο. Οι Απελάτες ξανάρχονταν. Κλέφτες, ληστές των συνόρων, που ρήμαζαν τα χωριά την ώρα του θερισμού.
«Θυμάσαι, Λέοντα», είπε τελικά στον σκοπό, «όταν με ρώτησες γιατί δεν μένω στην Πόλη, στα παλάτια;»
Ο Λέων έγνεψε.
«Γιατί εδώ», έδειξε με την ασπίδα του τα βουνά, τα φαράγγια, το κάστρο που δέσποζε πάνω από το πέρασμα, «εδώ κρίνεται η Ρωμανία. Όχι με χρυσάφι και λόγια. Με σπαθί και με όρκο.»
Ένα άλογο χλιμίντρισε. Οι άντρες του, οι δικοί του Ακρίτες, ήταν έτοιμοι. Φορούσαν όλοι το ίδιο βλέμμα: άνθρωποι σκληροί, μεγαλωμένοι στις φρυκτωρίες, που ήξεραν κάθε μονοπάτι και κάθε κρυψώνα. Φύλακες των ανατολικών συνόρων.
Ξαφνικά, από τη χαράδρα ακούστηκαν καλπασμοί. Οι Απελάτες. Ο αρχηγός τους, ο Φιλόπαππος ο Γίγαντας, ούρλιαζε προκλήσεις.
Ο Διγενής κατέβηκε από τον βράχο αργά. Δεν έτρεξε. Οι θρύλοι δεν τρέχουν. Στάθηκε μόνος μπροστά στους άντρες του.
«Πίσω στο κάστρο οι γυναίκες και τα παιδιά», φώναξε. «Σήμερα τα σύνορα τα κρατώ εγώ.»
Η μάχη κράτησε όσο ένα ηλιοβασίλεμα. Όταν ο ήλιος χάθηκε πίσω από τα βουνά, μόνο η σημαία με το ΧΡ κυμάτιζε ακόμα. Ο Διγενής ακούμπησε το σπαθί του στο χώμα και κοίταξε ανατολικά, εκεί που γεννήθηκε η μάνα του.
Δεν πολεμούσε από μίσος. Πολεμούσε γιατί έτσι μόνο ήξερε να αγαπά: φυλώντας και τα βράδια, όταν έσβηναν οι φωτιές, οι βοσκοί στα βουνά τραγουδούσαν:
«Διγενή, μην παραδώσεις το σώμα, γιατί είσαι της Ρωμανίας το χώμα…»
Ποιος ήταν ο Διγενής Ακρίτας;
Ήρωας του βυζαντινού ακριτικού έπους, γιος μεγιστάνα και κόρης εμίρη. Έγινε σύμβολο του φύλακα των συνόρων – του «ακρίτη». Προστάτευε την αυτοκρατορία από Άραβες και Απελάτες επιδρομείς τον 9ο-10ο αιώνα. Το όνομά του σημαίνει «δύο γενών», και η ζωή του έγινε τραγούδι και θρύλος.
Ο Θάνατος του Διγενή στο Μαρμαρένιο Αλώνι
Πέρασαν χρόνια. Τα γένια του Διγενή άσπρισαν, μα το χέρι του κρατούσε ακόμα το σπαθί σαν να ήταν είκοσι χρονών. Είχε χτίσει πύργο στον Ευφράτη, το «Μαρμαρένιο Αλώνι». Μαρμάρινο, γιατί εκεί άλωνιζε τους εχθρούς της Ρωμανίας. Αλώνι, γιατί εκεί θέριζε δόξα.
Μα ήρθε η ώρα που κανείς Ακρίτας δεν νικά. Όχι από εχθρό, αλλά από τον Χάρο.
Ήταν άνοιξη. Τα βουνά μύριζαν θυμάρι. Ο Διγενής αρρώστησε. Πυρετός τον έκαιγε. Οι δικοί του Ακρίτες φύλαγαν σκοπιά έξω από τον πύργο, βουβοί. Η γυναίκα του, η Ευδοκία, του έβρεχε το μέτωπο.
«Διγενή μου», του ψιθύρισε, «ο Χάρος ήρθε στην πόρτα. Ζητά να παλέψετε.»
Ο Διγενής χαμογέλασε. Σηκώθηκε με κόπο, φόρεσε την πανοπλία του. «Αν είναι να πεθάνω, θα πεθάνω όρθιος. Ακρίτης ήμουν, Ακρίτης θα φύγω.»
Βγήκε στο Μαρμαρένιο Αλώνι. Ο ήλιος έδυε, όπως στην εικόνα – κόκκινος, βαρύς. Ο κάμπος σωπούσε. Κι εκεί, στην άκρη του αλωνιού, τον περίμενε ο Χάρος. Μαύρος καβαλάρης, με δρεπάνι αντί για κοντάρι.
«Βασίλειε Διγενή», είπε ο Χάρος, «πάλεψα με βασιλιάδες και με ήρωες. Κανείς δεν με νίκησε. Ήρθε η ώρα σου.»
«Αν είναι να με πάρεις», απάντησε ο Διγενής, «πάρε με παλικαρίσια. Όχι στο κρεβάτι σαν άρρωστο. Εδώ, στο αλώνι. Όπως πάλευα πάντα.»
Κι άρχισε η πάλη. Τρεις μερόνυχτα πάλεψαν. Τρίζαν τα μάρμαρα, ράγιζε η γη. Τα βουνά αντηχούσαν. Οι Ακρίτες βλέπαν και δεν τολμούσαν να επέμβουν. Ήταν πάλη τιμής.
Την τρίτη νύχτα, ο Διγενής λύγισε. Όχι από αδυναμία. Από την ψυχή του. Είχε κουραστεί να φυλάει. Είχε πολεμήσει για κάθε πέτρα, για κάθε χωριό. Τώρα ήθελε ανάπαυση.
Έπεσε γονατιστός. Ο Χάρος στάθηκε από πάνω του.
«Δεν ντρέπομαι που με νίκησες», είπε ο Διγενής. «Μόνο λυπάμαι τα σύνορα. Ποιος θα τα φυλάει τώρα;»
Κι ο Χάρος, λένε, δάκρυσε. «Όσο τραγουδούν τ’ όνομά σου, τα σύνορα θα στέκουν όρθια.»
Ξημέρωσε. Οι Ακρίτες βρήκαν τον Διγενή νεκρό πάνω στα μάρμαρα. Το σπαθί στο χέρι, το βλέμμα στην Ανατολή. Τον έθαψαν εκεί, στο Μαρμαρένιο Αλώνι. Και πάνω στον τάφο του φύτεψαν μια δάφνη.
Από τότε, όταν φυσά αέρας από τα βουνά του Ταύρου, οι βοσκοί λένε πως ακούν τη φωνή του:
«Κοιμούμαι, μα φυλάγω ακόμα…»
Το έπος τελειώνει, ο θρύλος μένει
Ο Διγενής Ακρίτας έγινε σύμβολο του Έλληνα που στέκεται μόνος στα σύνορα. Όχι μόνο με όπλα, αλλά με ψυχή. Γι’ αυτό τον τραγούδησαν αιώνες μετά. Γιατί κάθε γενιά έχει τα δικά της «ανατολικά σύνορα» να φυλάξει.
Άννα Δανάλη μυθοπλασία