Ο προφήτης και θεόπτης Μωϋσής, ο Ηγούμενος του Σινά και οι δοκιμασίες της οσίας μοναχής Μαρίας Μαγδαληνής (Le Beller), ερημίτισσας του Σινά

Ο προφήτης και θεόπτης Μωϋσής,
ο Ηγούμενος του Σινά
Ο βιογράφος του Οσίου Ιωάννου της Κλίμακος, Δανιήλ ο Ραϊθηνός, μας δίνει μερικές πληροφορίες για τον βίο του, κυρίως όμως μας παρουσιάζει το πως αναδείχθηκε δεύτερος Μωϋσής καθοδηγώντας τους νέους Ισραηλίτες από την γη της δουλείας στην γη της επαγγελίας.
Μετά από σαράντα χρόνια άσκηση στην έρημο, σε προχωρημένη πλέον ηλικία, εξελέγη ηγούμενος της μονής Σινά.
Την ημέρα που εγκαθιδρύθη ως Ηγούμενός μας και είχαν έλθει στο Μοναστήρι μας εξακόσιοι περίπου ξένοι, όταν εκάθησαν στην τράπεζα και έτρωγαν, έβλεπε κάποιον με κοντά μαλλιά, τυλιγμένο με ένα σεντόνι όπως οι Ιουδαίοι, ο οποίος έτρεχε παντού και διέταζε εξουσιαστικά τους μαγείρους, τους οικονόμους, τους κελλαρίτας, και τους άλλους διακονητάς. Όταν λοιπόν έφυγε ο κόσμος και εκάθησαν οι διακονηταί να φάγουν, ανεζητείτο αυτός που έτρεχε παντού και διέταζε, και δεν ευρισκόταν. Τότε ο δούλος του Θεού, πατήρ ημών Ιωάννης, μας είπε: «Αφήστέ τον. Δεν έκανε τίποτε το παράξενο ο κύριος Μωυσής με το να διακονήση στον ιδικό του τόπο»!
***
Πόση μεγάλη η αγάπη του Μωυσή και τελειότητα ανυπέρβλητη!
αγίου Κλήμη Ρώμης
Όταν λοιπόν ο Μωυσής ανέβηκε στο όρος και έκανε σαράντα ημέρες και σαράντα νύχτες με νηστεία και ταπείνωση, του είπε ο Θεός· «Μωυσή, Μωυσή, κατέβα το γρηγορότερο από εδώ, γιατί παρανόμησε ο λαός σου τον οποίο απελευθέρωσες από τη γη της Αιγύπτου· παραστράτησαν από το δρόμο που τους διέταξες, κατασκεύασαν για τους εαυτούς τους είδωλα χωνευτά». Και είπε προς αυτόν· «Ελάλησα προς σε μία και δύο φορές λέγοντας· είδα το λαό αυτό και να, είναι σκληροτράχηλος· άφησέ με να τους εξολοθρεύσω και να εξαλείψω το όνομά τους κάτω από τον ουρανό και να κάνω εσένα αρχηγό έθνους μεγάλου και θαυμαστού και πολύ μεγαλύτερου από αυτό». Και είπε ο Μωυσής· «Καθόλου, Κύριε, συγχώρεσε την αμαρτία στο λαό αυτό ή αλλιώς εξαφάνισε και εμένα από το βιβλίο των ζωντανών» (Έξοδος 32:7-8. Δευτερονόμιο 9:12-14. Έξοδος 32:32).
Πόση μεγάλη αγάπη, πόση τελειότητα ανυπέρβλητη. Με παρρησία ομιλεί ο δούλος προς τον Κύριο, ζητεί συγχώρεση για το πλήθος, ενώ για τον εαυτό του έχει την αξίωση να εξαλειφθεί μαζί τους.
Ποιος από ανάμεσά σας είναι γενναίος; Ποιος είναι εύσπλαχνος; Ποιος είναι πληροφορημένος με αγάπη; Ας είπει· Εάν για μένα έγινε η στάση και η διαμάχη και τα σχίσματα, παραχωρώ τη θέση μου, και απέρχομαι όπου θελήσετε, και θα κάνω εκείνα που διατάσσονται από το πλήθος· μόνο το ποίμνιο του Χριστού να ειρηνεύει με τους κανονικά εγκατεστημένους πρεσβυτέρους. Εκείνος που θα έκανε αυτό, θα περιβαλλόταν μεγάλη δόξα εν Χριστώ, και κάθε τόπος θα δέχονταν αυτόν. «Γιατί του Κυρίου είναι όλη η γη και το πλήρωμα αυτής» (Ψαλμός 23:1). Αυτά έκαναν και θα κάνουν, όλοι όσοι πολιτεύονται σύμφωνα με την αμεταμέλητη πολιτεία του Θεού».
(Απόσπασμα από την επιστολή του αγίου Κλήμη Ρώμης «Προς Κορινθίους», Αποστολικοί Πατέρες, Α΄τόμος, σελ. 97-99).
***
Οι διωγμοί και οι δοκιμασίες της οσίας μοναχής
Μαρίας Μαγδαληνής (Le Beller), ερημίτισσας του Σινά
Η οσιότατη Γερόντισσα Μαρία Μαγδαληνή Μαγδαληνή (κατά κόσμον Marie Madeleine Le Beller) από το Σινά εκοιμήθη εν Κυρίω σε ηλικία 67-68 ετών, την 12ην Δεκεμβρίου 2013 (Ν.Η.) ημέρα Πέμπτη και ώρα 13:00 μ.μ. στο ερημητήριό της πλησίον του σπηλαίου του Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος στο όρος Σινά.
Ήταν γαλλίδα, πλούσια και μορφωμένη, από μια παραδοσιακή καθολική οικογένεια. Γεννήθηκε στην Γαλλία αμέσως μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο.
Bαπτίστηκε σε ηλικία 40 ετών περίπου στον Ιορδάνη, το έτος 1986 από τον τότε πατριάρχη Ιεροσολύμων Διόδωρο που ήταν και ο πνευματικός της μέχρι την κοίμηση του.
”Η οικογένειά της την θεώρησε αποστάτη και τη συμβούλευε να γυρίσει στην καθολική εκκλησία για να μπορεί πάλι να ενταχθεί στην οικογένεια και να έχει τα χρήματα και την κληρονομιά της.
Η μακαριστή όμως άφησε για την Ορθοδοξία οικογένεια, χρήμα, κληρονομιά και δόξα. Κι έζησε καθ’ ΄υπόδειξη του αγίου Πορφυρίου, στην σπηλιά του αγίου Ιωάννου της Κλίμακος, 8 χιλιόμετρα στην καρδιά της ερήμου και 13 χιλιόμετρα μακρυά από το αντρικό μοναστήρι της αγίας Αικατερίνης.
Έζησε σε εκείνη την έρημο που για 1500 χρόνια ποτίστηκε με δάκρυα και προσευχές ασκητών, και κάτω από το βουνό που ο Θεός πριν 3000 χρόνια έδωσε στον προφήτη Μωυσή τις 10 εντολές. ”Ευλογημένος τόπος που αντί για οξυγόνο -που δεν έχει και πολύ – αναπνέεις τη χάρη του Θεού, εφόσον αδιαλείπτως γινόταν προσευχές εκεί χιλιάδες χρόνια.’’
Στο Σινά έζησε για λίγο γύρω από το μοναστήρι της αγίας Αικατερίνης που τότε ακόμα οργανωνόταν και επειδή ήταν αντρικό μοναστήρι, σύντομα της είπαν να φύγει, γιατί για μοναχές στη χερσόνησο του Σινά είναι μόνο το μοναστήρι στη Φαράν.
Η σωτηρία της ήλθε 13 χιλιόμετρα μακρυά από την αγία Αικατερίνη στη σπηλιά που ασκήτευσε ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακας. Δεν υπάρχει όμως είδος χριστιανικής ζωής που να μη μισήσει ο διάβολος, όπως μου εξήγησε εκείνη, η σπηλιά ήταν ανοιχτή, αλλά λίγο τακτοποιημένη μέσα για να μπορεί να γίνεται λειτουργία. Έτσι βρήκε εκεί την ησυχία της για κάποιο καιρό. Κοιμόταν μέσα στην σπηλιά όπου από παλιά ήταν κελί μοναχού. Το καλοκαίρι ερχόταν προσκυνητές με ιερείς, έκαναν λειτουργία και κοινωνούσε και αυτή. Της έδιναν και φαγητό και ονόματα με κάποια χρήματα για να τα μνημονεύει, οπότε μπορούσε να πάει πότε πότε στο χωριό , 8 χιλ. πιο κάτω και να αγοράσει φαγητό. Κι έτσι τα καλοκαίρια περνούσαν χωρίς να ενοχλεί κανέναν. Το χειμώνα όμως πεινούσε πολύ, κάποια στιγμή σαν αυτή την βρήκε πεσμένη κάτω στην έρημο ο κόπτης γιατρός, ο κ. Αλέξανδρος. Όταν δεν μπορούσε πια όχι τόσο από την πείνα για επίγειο φαγητό αλλά για τον Χριστό, γιατί δεν μπορούσε να μείνει τόσο πολύ καιρό χωρίς την θεία Κοινωνία. Πήγαινε και ζητιάνευε στο μοναστήρι της αγίας Αικατερίνας, αυτό ήταν δύσκολο, πότε πότε της το απαγόρευαν γιατί την έβλεπαν σαν τρελή και πλανεμένη. Χμ, σας λέω εγώ που την έζησα, ήταν μια χαρά έξυπνη γυναίκα, πολύ έξυπνη μπορώ να πω. Μια γυναίκα που ο κόσμος δεν ήταν άξιος γι’ αυτή. Και την δοκίμαζε ο Θεός ακόμα παρά πάνω, γιατί ο πατριάρχης, ο πνευματικός της πέθανε τον Δεκέμβρη του 2000, κι έτσι έμεινε μόνη της διωγμένη, στην έρημο και χωρίς πνευματικό. Ευτυχώς που την δέχτηκε ο π. Παύλος, ο πνευματικός των μοναχών από την αγία Αικατερίνη που παρ’ όλο που της απαγορεύανε καμμιά φορά να πηγαίνει, της συμπαραστάθηκε μέχρι το τέλος της ζωής της.”
***
Κάποιοι πατέρες την συμπαθούσαν και την προστάτευαν κι άλλοι την απέρριπταν και σε πολλά την δυσκόλευαν. Κάποτε απαγόρευσαν στον π. Παύλο να την δέχεται για εξομολόγηση και δεν της επέτρεπαν την δωρεάν φιλοξενία στον ξενώνα των γυναικών. Είχε μεγάλη δύναμη ψυχής που την αντλούσε από την ακράδαντη πίστη της και την ευλογία που της είχαν δώσει για εγκαταβίωση στην έρημο του Σινά, ο π. Πορφύριος (νυν Άγιος Πορφύριος) και η μάτουσκα Λουμπούσκα η δια Χριστόν Σαλή της Αγίας Πετρουπόλεως. Όλος ο πειρασμός ξεκίνησε από την αγάπη της στην έρημο, ενώ οι πατέρες την ήθελαν να ζεί εντός της γυναικείας μονής της Φαράν στην οποία είχε ζήσει δοκιμαστικά ένα χρόνο και μισό στην αρχή. Όμως δεν αναπαύθηκε και όταν ο Άγιος Παϊσιος επίσκεφθηκε τελευταία φορά το Σινά και πέρασε από την Φαράν της έδωσε την ευλογία του να ζήσει στην έρημο αφού την εξέτασε και ευλόγησε το τυπικό της προσευχής της.
Άλλη δοκιμασία όμως την πλήγωσε πολύ βαθιά. Ήρθαν να κλείσουν τη σπηλιά του αγίου Ιωάννου της Κλίμακας που έμενε, για να το κάνουν εκκλησάκι και εκείνη δεν θα είχε κλειδί. Έκλεισαν την σπηλιά και της απαγόρευσαν να ξαναμπεί μέσα. Με πήγαινε μόνο έξω από το εκκλησάκι κι έξω από την σπηλιά να προσευχηθούμε. Αυτή η σπηλιά ήταν το κελί του αγίου Ιωάννου και τόσων ασκητών και τώρα έδιωξαν μια ασκήτρια από μέσα και την έκλεισαν για να την κάνουν εκκλησάκι για 2-3 λειτουργίες το χρόνο.
Μου είπε ότι τότε απελπίστηκε πολύ. Πάλι δεν είχε που να πάει. Γύρω στα 500 μέτρα από την σπηλιά πιο κάτω ήταν μια μεγάλη πέτρα, από κάτω της μια τρύπα που ίσα- ίσα χωρούσε μισός άνθρωπος, την θυμάμαι πολύ καλά κάθισα εκεί κι εγώ λίγο, και μου έδειξε που έμεινε εκεί για ένα διάστημα. Αλλά ο ανελέητος ήλιος του Σινά την έκαψε πολύ, γιατί το μεσημέρι και το απόγευμα ήταν πολύ λίγη η σκιά κάτω από αυτή την πέτρα και τον χειμώνα δεν την προστάτευε από τη βροχή και το κρύο. Εκτός από αυτό, στις ρωγμές που είχε αυτή η πέτρα και οι άλλες πέτρες γύρω, ζούσαν σκορπιοί και δηλητηριώδη φίδια. Κοιμόταν εκεί σε έναν υπνόσακο όπου το πρωί έβρισκε σκορπιούς και φίδια μέσα. Και δεν είμαι μάρτυρας μόνο εγώ που για λίγο της έγινα υποτακτική αλλά υπάρχουν κι άλλοι, ανάμεσά τους και σεβαστοί πνευματικοί που το ξέρουν αυτό. Μια μέρα λοιπόν λίγο πριν τελειώσουν οι εργασίες για να κλείσει η σπηλιά, μου είπε ότι, καθόταν μέσα κι έκλαιγε δυνατά μόνη της με τον Θεό. Αν ήταν άνδρας θα γινόταν δεκτή από το ελληνικό αντρικό μοναστήρι ή σε κάποια σκήτη γύρω, όπως έγινε δεκτός ο άγιος Παΐσιος αλλά επειδή ήταν γυναίκα οι μοναχοί δεν την ήθελαν, ούτε 13 χιλ. μακρυά στην έρημο.
Ήταν τελείως απελπισμένη, δεν είχε που να πάει ούτε ήθελε να γυρίσει στην οικογένειά της και να αφήσει τον Χριστό. Κατάλαβε ότι η ζωή της είναι να ασκητέψει και η έρημος κλεινόταν πάλι μπροστά της. Έκλαιγε απελπισμένη στη σπηλιά. Χωρίς να το αντιληφθεί μπήκε μέσα ένας Βεδουίνος και στάθηκε κοντά της, ήταν μουσουλμάνος και ζούσε στο χωριό που βρισκόταν 8 χιλ. μακρυά. Μου είπε καιρό μετά, ότι θαύμαζε πως δεν τον άκουσε, ώστε να σταματήσει να κλαίει. Ποτέ δεν μιλούσε για την ζωή της με τους ντόπιους που έβλεπε μόνο πολύ σπάνια. Ο Βεδουίνος την ρώτησε γιατί κλαίει, και θυμάμαι ότι μου μετέφερε τη συζήτησή τους στα αραβικά, στην ντόπια γλώσσα που εγώ δεν ήξερα, αλλά η Μαρία Μαγδαληνή την είχε μάθει τόσα χρόνια εκεί. Και ξαναζούσε το γεγονός σαν να ήταν τώρα, και μου είπε δεν ξέρει γιατί απάντησε ειλικρινά στον μουσουλμάνο βεδουίνο που δεν θα μπορούσε να την καταλάβει. Κανονικά θα του έλεγε ότι έχει κάποια προβλήματα και θα περάσουν. Αυτή τη φορά του είπε την αλήθεια, ότι κλείνουν την σπηλιά και κείνη θα χρειαστεί να φύγει, γιατί που αλλού θα μπορούσε να μείνει. Ο άντρας της είπε αυτό είναι εύκολο, δεν είναι πρόβλημα αυτό για να κλαις, έχω εγώ ένα κτήμα εδώ κάτω από την σπηλιά, πολύ καλό κτήμα έχει πηγάδι, θέλω να το πουλήσω, δεν το αγοράζεις εσύ; Να μπορείς να φτιάξεις σπίτι εδώ κοντά που σου αρέσει. Τότε η Μαρία Μαγδαληνή χάρηκε τόσο πολύ αλλά δεν είχε χρήματα, πως να πληρώσει
Η μαύρη της ψυχολογία έγινε πιο μαύρη με την χαμένη ελπίδα. Σε λίγο όμως μετανόησε που δεν είχε εμπιστοσύνη στο Θεό, γιατί κάτι έκανε ο Θεός και τελικά βρέθηκαν τα χρήματα. Μου είπε ότι κάποιος από την οικογένειά της τελικά της άφησε κάποια χρήματα στην κατάλληλη στιγμή για να αγοράσει το κτήμα στο όνομά της. Να κτίσει εκεί μια σκήτη και να βάλει στη τράπεζα τα υπόλοιπα για να έχει και κάποιο τόκο που θα τη βοηθούσε να ζήσει εκεί. Μέχρι και τότε που πήγα εγώ από αυτό το τόκο παίρναμε φαγητό από το χωριό, έτσι μου είπε. Στη Γαλλία αυτά τα χρήματα μπορεί να ήταν λίγα αλλά για την Αίγυπτο ήταν αρκετά.
Γεμάτη χαρά λοιπόν επικοινώνησε με τον άγιο Πορφύριο, μάλλον πήγε και τον είδε όταν βγήκε να πάρει τα χρήματα και του είπε το θαύμα με το κτήμα. Εκείνος δεν φάνηκε καθόλου να θαυμάζει κι εκείνη του ζήτησε ευλογία να αρχίζει να κτίζει το κελλί της εκεί.
Ο άγιος είπε πολύ αποφασιστικά, Όχι, δεν θα κτίσεις ένα κελί, θα κτίσεις πέντε κελλιά , θα κάνεις μια σκήτη που θα έλθουν κι άλλες μοναχές.
***
Με την γερόντισσα προσευχόμασταν πολύ στο εκκλησάκι μας όλη νύχτα αλλά δεν είχαμε ιερέα για να μας κάνει θεία Λειτουργία. Είχαμε ευλογία να πάμε στο αντρικό μοναστήρι της αγίας Αικατερίνας μια φορά στις 10 μέρες μόνο για να εκκλησιαστούμε και για να κοινωνήσουμε και να φύγουμε αμέσως μετά. Δεν επιτρεπόταν να μείνουμε εκεί ούτε λόγω ζέστης, ούτε λόγω κούρασης, ούτε για κάποιο άλλο λόγο. Οπότε κάθε δέκα μέρες φεύγαμε από την σκήτη κατά τις τρεις η ώρα την νύχτα. Κατά τις τεσσερισήμισι, αν θυμάμαι καλά, ο Βεδουίνος που φύλαγε την πόρτα του μοναστηριού άνοιγε για να δει αν ήρθε κάποιος για τον όρθρο και νομίζω ότι άνοιγε και στις 6 το πρωί που άρχιζε η θεία λειτουργία. Αν δεν ήσουν εκεί για να μπεις μέσα θα έκλεινε την πόρτα πάλι, κι όσο να κτυπούσες δεν θα άνοιγε με τίποτα. Αυτός ο μουσουλμάνος βεδουίνος που ήταν θυρωρός κοιμόταν εκεί κοντά στην πόρτα, από μέσα σε ένα πέτρινο πεζούλι σκεπασμένος με μια κουρελού και κοιμόταν βαριά σαν στο πιο μαλακό κρεββάτι, όσο και να κτυπούσες εσύ για να μπεις μέσα να εκκλησιασθείς και να κοινωνήσεις δεν θα σηκωνόταν να σου ανοίξει. Οπότε για να κοινωνήσουμε περπατούσαμε κάθε 10 μέρες 8 χιλμ. , νύχτα στην έρημο, πηγαίναμε να μπούμε στο μοναστήρι μέσα στις 4.30 το πρωί που άνοιγε ο Βεδουίνος ο θυρωρός για ένα λεπτό, όταν οι πατέρες αρχίζανε τον όρθρο κι αν χάναμε εκείνο το λεπτό θα φτάναμε τσάμπα μέχρι εκεί .
Αλλά θέλαμε τόσο πολύ να κοινωνήσουμε που δεν χάσαμε ποτέ εκείνο το λεπτό. Είχαμε ευλογία να μπούμε κατευθείαν στην εκκλησία, ούτε στην αυλή να μείνουμε ούτε αλλού, παρά στις θέσεις μας στο ναό, όπου έπρεπε να μείνουμε μέχρι τις 7 περίπου που θα τελείωνε η λειτουργία, και μετά να φύγουμε αμέσως με τα πόδια χωρίς κέρασμα, άλλα 8 χιλμ. μέχρι τα κελλιά μας. Αυτός ήταν για μας ο αγώνας που κάναμε για την θεία Λειτουργία και την θεία Κοινωνία. Στην εκκλησία ήταν κατανυκτικά, είχαν οι πατέρες πολλά καντήλια αναμμένα και αυτά ήταν τα μόνα φώτα στην εκκλησία. Όλη η ακολουθία ήταν στα ελληνικά που εγώ τότε δεν καταλάβαινα καθόλου. Οι θέσεις μας ήταν δίπλα σε μια κολώνα δεξιά περίπου στην μέση του ναού όπου υπήρχαν δυο στασίδια, αλλά η γερόντισσα δεν ήταν και πολύ χαρούμενη αν καθόμουν, παρόλο τα 8 χιλμ περπάτημα.
Σε πολύ ζέστη, μέσα στην νύχτα, χωρίς να πίνουμε νερό για να μπορούμε να κοινωνήσουμε. Μόλις έφτανα στην σκοτεινή εκκλησία που διάβαζαν σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινα με έπερνε ο ύπνος όρθια. Μια φορά ούτε που κατάλαβα πότε κάθισα και κοιμήθηκα, αλλά θυμάμαι ότι με ξύπνησε η γερόντισσα λίγο πριν το χερουβικό. Με άφησε η καημένη να κοιμηθώ, κι εκείνη παρέμεινε όρθια να προσευχηθεί. Από τότε δεν τόλμησα να καθίσω ποτέ, γιατί φοβόμουν ότι την επόμενη φορά θα με ξυπνήσει ο ίδιος ο Χριστός και θα είναι την ημέρα της κρίσεως.
***
Κάθε Πάσχα πήγαινε στα Ιεροσόλυμα όπου περνούσε όλη την μεγάλη εβδομάδα και την Διακαινήσιμο επέστρεφε στο αγαπημένο της ασκητήριο. Μετά το Πάσχα του 2009 δεν πήγε ξανά στα Ιεροσόλυμα.
Στις 18 Νοεμβρίου του 2012 (Κυριακή) ήρθε στη Κρήτη άρρωστη πλέον και στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο διεγνώσθη προχωρημένος καρκίνος του εντέρου.
Έφυγε για την Μόσχα που είχε γνωστό της τον επίσκοπο που διοικούσε το νοσοκομείο της ρωσικής εκκλησίας. Εκεί τις έκαναν παρατεταμένες ιατρικές εξετάσεις και της ζήτησαν να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση και χημειοθεραπείες, στο μεγαλύτερο ιατρικό κέντρο κατά του καρκίνου, της Ρωσίας. Όμως δεν δέχθηκε επιθυμώντας να πεθάνει στην αγαπημένη της σκήτη.
Από το Πάσχα του 2013 δεν μετακινήθηκε πλέον ούτε μέχρι την μονή της Αγίας Αικατερίνης, αλλά με μεγάλη ανδρεία και υπομονή εβάστασε τον σταυρό της πολυώδυνης νόσου, χωρίς ιατρική βοήθεια και νοσοκομειακή περίθαλψη.. Απώλεσε την επαφή με το περιβάλλον λίγες ώρες προ της τελευτής της και είχε ένα ειρηνικό τέλος στα χέρια του γέροντός της π. Παύλου Σιναϊτου που έσπευσε να της δώσει την τελευταία Θεία Μετάληψη.
Την επόμενη της κοίμησής της, η κυρίαρχος μονή της Αγίας Αικατερίνης, την μετέφερε με φορείο στο τοπικό νοσοκομείο της περιοχής όπου διεγνώσθη ο θάνατός της και τοποθετήθηκε σε ψύξη μέχρι την έκδοση άδειας ταφής από το Γαλλικό Προξενείο. Τότε συνέβη ένα παράδοξο γεγονός που σχολιάστηκε με θαυμασμό από όσους παραβρέθηκαν εκεί. Από την προηγούμενη το βράδυ είχε ξεσπάσει χιονοθύελλα και κάλυψε στα λευκά, όλη την γύρω περιοχή. Το μοναστήρι έστειλε 14 εργάτες (χριστιανούς κόπτες) για να μεταφέρουν εναλλάξ το σκήνωμά της, λόγω της μαινόμενης χιονοθύελλας και του δύσβατου τόπου. Κι ενώ έκαναν περίπου δύο ώρες για να διανύσουν την απόσταση από τον αυτοκινητόδρομο έως το ασκητήριό της (πορεία μίας ώρας το πολύ, υπό κανονικές συνθήκες), όταν σήκωσαν το τίμιο λείψανό της, διήνυσαν την ίδια απόσταση σε σαράντα πέντε λεπτά χωρίς να τους αγγίξει ούτε μια νιφάδα χιονιού, ενώ τα πάντα ήταν ολόλευκα και φωτεινά γύρω τους. Όταν έφθασαν πάνω στον αυτοκινητόδρομο και την απόθεσαν στο αυτοκίνητο που περίμενε εκεί, σε λίγα δευτερόλεπτα βρέθηκαν πάλι μέσα στην χιονοθύελλα και τους κάλυψε το χιόνι.
Ετάφη την 18η Δεκεμβρίου 2013 (Ν.Η.) ημέρα Τετάρτη μετά το μεσημέρι, στο κοιμητήριο της γυναικείας μονής του Προφήτου Μωϋσέως της Φαράν με απόφαση της συνάξεως των πατέρων της μονής της Αγίας Αικατερίνης (όχι στο ασκητήριό της όπως επιθυμούσε). Δεν παρέστη κανείς γνωστός κι αγαπητός της εκτός την ρωσίδα Ευφροσύνη που την υπηρέτησε με μεγάλη αυταπάρνηση. Ακόμη και μιά γνωστή της γερμανίδα προσήλυτη που βρέθηκε στην θανή της, την άλλαξε και την ξενύχτησε διαβάζοντας της ψαλτήρι, είχε φύγει για τα Ιεροσόλυμα.
Την κήδεψαν ο επίσκοπος Σιναίου κ.κ. Δαμιανός και οι Ιερομόναχοι Μιχαήλ και Ευγένιος της ιδίας μονής. Παρέστησαν και οι 4 μοναχές της μονής Φαράν..
Μαρτυρίες Γερόντισσας Δωροθέας από την Σίκινο, υποτακτική της γερόντισσας Μαρίας Μαγδαληνής στο Σινά και
π. Γεωργίου Αθανασάκη από την Κρήτη, συμπαραστάτης της Γερόντισσας
πηγή














