π. Ἀνανίας Κουστένης σε Άγιο Πορφύριο: «Αμα φύγεις γιὰ πάνω, μὴ μᾶς ξεχάσεις. Καὶ περνᾶς καλὰ ἐκεῖ, κι ἐμεῖς ἐδῶ πέρα τραβᾶμε τῶν παθῶν μας τὸν τάραχο.»

π. Ἀνανίας Κουστένης
Ἦταν ἀγάπη ὁ Γέροντας, ὁ ἅγιος Πορφύριος, ὁ βασιλέας τῆς ἀγάπης. Ἔγινε ἀγάπη, ἔγινε στοργή, ἔγινε κατανόηση. Ἤτανε ἀστενόχωρη ἡ ἀγάπη του. Κι ἁπλωνότανε παντοῦ. Σέ ὅλους καί σέ ὅλα. Σέ Ὀρθόδοξους, σέ ἑτερόδοξους, σέ ἑτερόθρησκους. Μπορεῖ νά μή συμφωνοῦσε μέ τίς ἁμαρτίες καί τίς αἱρέσεις, ἀλλά συναντιόταν ἡ ψυχή του μέ τήν ψυχή τους, ὅπως καί ὁ Ἀθάνατος Χριστός. Ἀγαποῦσε τούς ἁμαρτωλούς καί τούς τελῶνες. Δέν συμφωνοῦσε μέ τά ἔργα τους, ἀλλά ἀγαποῦσε τήν ψυχούλα τους.
***
Εμείς, βέβαια, είχαμε εδώ, προ ετών, κι έχομε και τώρα, αοράτως, βέβαια, μία Άνοιξη. Τον Γέροντα Πορφύριο [νυν όσιο Πορφύριο], τον μαθητή του αγίου Νεκταρίου. Και τον φίλο του αγίου Νικολάου, του εν Μύροις. Θαυματουργοί όλοι άγιοι. Μεγάλοι θαυματουργοί στην πατρίδα μας και την οικουμένη όλη. Γιατροί χωρίς σύνορα. Ο Γέροντας Πορφύριος φτάνει παντού τώρα. Το ξέρετε! Μου έλεγαν το μεσημέρι, ότι στο Πατριαρχείο Αντιόχειας του έκαναν αγιοκατάταξη. Του ’φτειαξαν εκκλησία. Στη Ρουμανία, ακόμη περισσότερο. Στη Ρωσία…
Πού έχει φτάσει ο παππούλης! Θυμάμαι, όταν ήταν εδώ, μου έλεγε: «Βρε, τι καλό είν’ αυτό το τηλέφωνο, πάτερ»! «Γιατί, παππούλη»; «Ξέρεις, ρε; Είσαι δω, και μιλάς με τη Νότιο Αφρική»! Εκείνη την ώρα τον παίρνει κάποιος απ’ τη Νότιο Αφρική, και μίλησαν ώρα. Μου λέει, «Να το. Έφτασε η χάρη μου στη Νότιο Αφρική! Κι έφτασε και η χάρη της Νότιας Αφρικής εδώ στην Ελλάδα! Στο κελλάκι το φτωχικό». Ήταν στο Καλυβάκι. «Έφτασε δω! Είδες; Τι είν’ αυτό! Τι; Το τηλέφωνο! Τι ωραίο το τηλέφωνο»! «Τι ωραίο το τηλέφωνο»!
Κι άμα είχε τώρα με τα κινητά θα χαιρότανε. Γιατί δεν είναι κακό, ούτε το κινητό ούτε η τηλεόραση ούτε το τηλέφωνο. Η χρήση ή η κατάχρηση είναι το πρόβλημα. Αυτά είναι εφευρέσεις θαυμάσιες. Και δείχνει πόσο το μυαλό του ανθρώπου έχει μέσα δυνατότητες. το «κατ’ εικόνα και το καθ’ ομοίωσιν»! Τι δυνατότητες παράγει και προσφέρει στον άνθρωπο! Τι μεγαλείο!
Λοιπόν, ο Γέροντας ήταν μία Ανοιξη! Μία Ανοιξη! Μία Ανοιξη! Πήγαινες εκεί κι ένοιωθες ότι ήταν δικός σου. Ένοιωθες εαρινά, καθώς σου τα ’παιρνε όλα! Και μετά δεν ήθελες να φύγεις! Δεν ήθελες να φύγεις! Σε πήγαινε εκεί, που ήθελε. Σε ανάσταινε. Αυτό είν’ η Ορθοδοξία! Αυτό είν’ η Ορθοδοξία! Έτσι. Είναι η αγάπη. Η έμπρακτη αγάπη.
Από το βιβλίο του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, «Λόγοι Ενιαυτού», τόμος Α’, των εκδόσεων Κυπρής, Αθήνα 2020.
***
Ὁ Γέροντας εἶχε δύο μεγάλες ἀρετές. Τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ταπείνωση. Ταπείνωση! Ταπείνωση! Ήταν καὶ εἶναι μια ἀγκαλιά για όλους! Το πιό καλό ξέρετε ποιό εἶναι; Δὲν ζόριζε κανένανε. Σὲ τίποτε! Σὲ τίποτε! Κι ἔλεγε, «Ἐγὼ δὲν μιλάω γιὰ τὸν Χριστὸ σὲ κανέναν, ἂν δὲν μοῦ τὸ ζητήσουν. » Γιατὶ μερικοὶ ἀπό μᾶς ξέρετε τί κάνουν. Ψυχαναγκασμό. Εὐκαίρως, ἀκαίρως. Ἄλλο τὸ «εὐκαίρως ἀκαίρως», ποὺ λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὸν Τιμόθεο. «Δὲν λέω. Κι όταν θα έρχονται», λέει, «νὰ ἐξομολογοῦνται οἱ ἄνθρωποι, μὴν τοὺς λες τίποτα. Ἄσ’ τους νὰ σοῦ ποὺν ὅ, τι θέλουνε. Αὐτὸ εἶναι ἡ Ἐξομολόγηση. Δὲν θὰ τοὺς κάνεις οὔτε διδασκαλία οὔτε κατήχηση οὔτε μάλωμα οὔτε αὐτὰ οὔτε οὔτε. Ὄχι, τίποτα. Ἐσὺ θ’ ἀκοῦς. Κι ἂν σοῦ ζητήσουν» – τί ωραιος!- «νὰ τοὺς διαβάσεις μιὰ εὐχή, νὰ τὸ κάνεις. Ἂν δὲν ζητήσουν, ασ’ τους. Νὰ πᾶν στὸ καλό. Καλοχαιρέτα τους. Κι όταν φύγουν, διάβασε. Ὁ Θεὸς δὲν φεύγει. Ἐκεῖ εἶναι. Ὁ Θεὸς δὲν φεύγει», πρόεδρε. «Ἐκεῖ εἶναι. Ἐδῶ εἶναι. Πανταχοῦ παρών. Η καλύτερη παρέα εἶν ̓ ὁ Θεός. Εἶν ̓ ὁ Θεός. Ὁ Χριστός μας! Ὁ σαρκωθείς Θεός. Γιὰ μᾶς τοὺς ἀνθρώπους!»
Καὶ τοῦ ἄρεσε, ἀκόμη, τοῦ ἄρεσε, —ἦταν ἡ τροφή του, τί τοῦ ἄρεσε; – ἡ προσευχή. «Οἱ ἄνθρωποι εἶναι τεμπέληδες», μοῦ ἔλεγε. «Κάθονται, ἐνώ μποροῦν νὰ προσεύχονται. » «Γιατί δὲν προσεύχονται;» «Μὰ μπορεῖ, δὲν εἶναι δύσκολο νὰ προσεύχονται. Δὲν εἶναι δύσκολο ν’ ἀνοίξεις τὸ στόμα σου! Δὲν εἶναι δύσκολο νὰ μιλήσεις μὲ τὴν ψυχή του καὶ μὲ τὸ στόμα σου στον Θεό, στην Παναγίτσα, στην Ἁγίους. Εἶναι ἀμέλεια. Ἀμέλεια!» Ἀφοῦ ἐκοιμήθη, ἐκοιμήθη μὲ τὴν προσευχή του, όπως ξέρετε, μὲ τί ἄλλο, καὶ μὲ τις λέξεις «ἵνα ὦσιν ἕν», πού ‘πε ὁ Χριστός. Νὰ είναι όλοι ἕνα. Καὶ ἑνώθηκε ὁ ἅγιος μὲ τὸν Θεὸ κι ἔγινε ἕνα μὲ τὸν Κύριο. Γι’ αὐτὸ καὶ ἔχει μία κατὰ χάριν πανταχού παρουσία ὁ κάθε ἅγιος καὶ ἐν προκειμένῳ ὁ ἅγιος Πορφύριος. Μπορει νὰ βρίσκεται παντοῦ σὰν τὸν Θεό, χωρὶς να ‘ναι Θεὸς στὴν οὐσία. Εἶναι κατὰ χάριν. Ὅποτε τὸν φωνάζουμε.
Θυμᾶμαι, μιὰ φορά, τοῦ λέω: «Αμα φύγεις γιὰ πάνω, μὴ μᾶς ξεχάσεις. Καὶ περνᾶς καλὰ ἐκεῖ, κι ἐμεῖς ἐδῶ πέρα τραβᾶμε τῶν παθῶν μας τὸν τάραχο.» Εἶχα περάσει καὶ δύσκολα χρόνια τότε, πάρα πολύ δύσκολα. Πάρα πολύ. Αὐτὸς μὲ ἔσωσε κι εἶμαι δῶ τώρα. Τὸ ὀφείλω στὸν Γέροντα Πορφύριο. Στὸν ἅγιο Πορφύριο. «Ὄχι, παιδί μου», μοῦ λέει. «Δὲν σᾶς ξεχνάω. Τότε θὰ εἶμαι ἐλεύθερος. Τώρα εἶμαι σ’ αὐτὸ τὸ κουφάρι, μὲ ἀρρώστιες, μὲ καρκίνους, μὲ νεφρικὴ ἀνεπάρκεια, μὲ τύφλωση…» —Δὲν ἔβλεπε ὁ Γέροντας μὲ τὰ μάτια τὰ ὑλικά, τὰ αἰσθητά. Ἔβλεπε μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς. Κι ἂν ἤθελε νὰ πάει κάπου ἔπαιρνε τὰ μάτια τοῦ συνοδοῦ του. Ἔλεγε σὲ κάποιον: «Δῶσ’ μου, παιδί μου, τὰ μάτια σου, νὰ κατέβω τὶς σκάλες. Κι ἔμπαινε μὲς στὰ μάτια τοῦ ἄλλου. Πῶς ἔμπαινε, δὲν ξέρω πῶς. Μὴ μὲ ρωτᾶτε. Οὔτε ὁ γιατρὸς δὲν ξέρει. Λοιπόν. Ἔμπαινε, χρησιμοποιοῦσε τὰ μάτια τοῦ ἀνθρώπου, κατέβαινε καὶ μετὰ ἔβγαινε ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ ἀνθρώπου. «Τότε», λέει, «θα ‘μαι μαζί σας.» Κι ἀπόδειξη εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα θαύματα πο ‘κανε, ἀφοῦ ἐκοιμήθη. Θαύματα! Θαύματα εἶν ̓ αὐτά!
Εἶχε κάποιον ἐδῶ στὰ βόρεια προάστια, εἶχε μεγάλη θέση καὶ μὲ πολλὲς ἐπιχειρήσεις, κι εἶχε δυσκολίες μεγάλες. Κατέβηκε στὴν Ἀθήνα νὰ τὶς τακτοποιήσει, δὲν τακτοποίησε τίποτα. Καὶ γύρισε σχεδὸν πεθαμένος ἀπὸ τὴ στενοχώρια. Ἡ στενοχώρια εἶναι τὸ μεγαλύτερο κακό. «Ὅλες οἱ ἀρρώστιες», ἔλεγε ὁ Γέροντας Ἰάκωβος, ὁ ἄλλος μεγάλος ὁ ἅγιος Ἰάκωβος κι αὐτός, θά ‘ρθει ἡ ὥρα του, τὸν ἔχουν στὰ χαρτιὰ ἕτοιμον, «ὅλες οἱ ἀρρώστιες προκύπτουν ἀπ’ τὴ στενοχώρια. » Γύρισε, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπός μας, καὶ κτυπάει τὸ τηλέφωνο. Πάει, τὸ σηκώνει, καὶ τί ἀκούει, λέτε; Δυνατά! Τὴ φωνὴ τοῦ παππούλη. Τοῦ Γέροντα! Τοῦ ἁγίου! «Τί φοβᾶσαι, βρέ; Ἐδῶ εἶμ’ ἐγώ! Μὴ φοβᾶσαι!» Κι ἔκλεισε! Ἀπὸ ποῦ τὸ πῆρε; Πῶς τὸ πῆρε;
Ἔπαιρνε τηλέφωνα καὶ ὅταν ζοῦσε ἐδῶ. Πῆρε κάποιον ἐδῶ, πάνω στὸν Σταυρὸ καὶ τοῦ φώναζε «Τί φωνάζεις, βρέ;» «Χωρὶς νὰ ξέρει,» λέει, «τὸ τηλέφωνό μου μὲ πῆρε τηλέφωνο. Ἐγὼ κόντεψα νὰ πάθω καρδιακή προσβολή. » Αὐτὸ εἶν ̓ ὁ ἅγιος. Αὐτὸ εἶν ̓ ὁ Γέροντας.
Ἄλλη φορά, πάλι, ἀφοῦ εἶχε κοιμηθεῖ, ἦταν στὴ Γλυφάδα μιὰ πνευματική του κόρη. Εἶχε ἕνα γιό, τὸν ὁποῖον ἐκείνη ψυχανάγκαζε. «Μὴ» τό ‘να, «μὴ» τ’ ἄλλο, τὸν εἶχε βγάλει «Μή-μη» πιά. «Μὴ» ἀπὸ δῶ «μὴ» ἀπὸ κεῖ, Μήμης. Μή-μη. Λοιπόν. Ἔ! Αὐτὸς ἀντέδρασε. Γιατὶ εἶναι φυσικὸ πρᾶγμα ἡ ἐλευθερία, παιδιά. Φυσικὸ πρᾶγμα ἡ ἐλευθερία! Ἔπιανε τὸ ἀπόγευμα, ἔφευγε. Ἕνα ἀπόγευμα, λοιπόν, ἔφυγε πάλι. Τὸν ἔψαλε κι αὐτή, τὴν ἔψαλε κι αὐτός, ὡραῖα! Ὡραῖοι διάλογοι. Ἔφυγε! Τῆς ἦλθε ἐγκεφαλικό! Κόντεψε νὰ πάθει ἐγκεφαλικό! Καὶ τότε θυμήθηκε τὸν Γέροντα. «Ποῦ εἶσαι, παππούλη, τώρα; Νά, τὸ παιδάκι! Ποῦ εἶσαι, παππούλη, νὰ μὲ βοηθήσεις;» Καὶ τῆς ἔλεγε ὁ Γέροντας: «Νὰ προσεύχεσαι. » Δὲν προσευχόταν. Καθότανε καὶ σκεπτόταν, ὀργιζόταν μὲ τὸ γιό της, μὲ τὸ ἕνα… Τῆς ἦλθε ἔτσι μιὰ φώτιση καὶ γονατίζει κάτω. Προσευχήθηκε ὡρα πολλή.
Ὅταν σηκώθηκε, πῆγε νὰ πιεῖ νεράκι. Κτυπάει τὸ κουδούνι ἔντονα. Κατεβαίνει κάτω ν’ ἀνοίξει, καὶ τί κοιτάζει; Τὸν Γέροντα μὲ τὸν γιό της. Χεράκι-χεράκι. Ὡραῖο δὲν εἶναι; Λέει, «Πάρ’ τὸ παιδί σου, καὶ μὴ φωνάζεις!» τῆς λέει. «Νὰ πιστεύεις!» Καὶ χάθηκε…
Ἄλλη φορά, πάλι, τοῦ ‘ρθε ἕνα μήνυμα ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη ὅτι κάποιος πολύ γνωστός του εἶναι βαρειὰ ἄρρωστος. Καὶ τοῦ παρήγγειλε νὰ πάει ἀπὸ κεῖ. Πῶς νὰ πάει τώρα; Γεροντάκι ἦταν! Ήτανε κι ἕνας παπᾶς ἐκεῖ, Θεὸς σχωρέσοι τον κι αὐτόν, «Ἔλα», τοῦ λέει, «παπᾶ μου!» «Τί, Γέροντα;» «Ἔλα, νὰ κάνομε προσευχὴ γιὰ τὸν τάδε. Γιατὶ εἶναι ἄρρωστος καὶ θέλει νὰ πᾶμε. Δὲν μποροῦμε νὰ πᾶμε.» «Νὰ πᾶμε!» «Πῶς νὰ πᾶμε, παιδί μου; Ἐγὼ δὲν μπορῶ τώρα, σέρνομαι.» «Πᾶμε!» «Κάνε προσευχή.»
Κάνανε, λοιπόν, ἀρκετὴ προσευχή. Θερμὴ προσευχή. Κι ἐγκάρδια. Τέλειωσαν, καὶ λέει ὁ παπᾶς: «Γέροντα, κρυώνω. » – Κι ἦταν μέσα ὅπως τώρα δω. – «Που κρυώνεις, παιδί μου; » «Κρυώνω, αἰσθάνομαι σὰν νά ‘ναι Χειμώνας, σὰν νά ΄ναι χιονιᾶς, σὰν νά ΄χει πέσει χιόνι» – «Ένας Χριστὸς τῆς γειτονιᾶς, που ξέρει τί θὰ πεῖ χιονιᾶς», λέει ἡ Χαρούλα Ἀλεξίου! Μάλιστα! «Τί εἶναι, Γέροντα;» «Νὰ σοῦ ἐξηγήσω, παιδί μου. Δὲν κατάλαβες που πήγαμε κεῖ πέρα;» «Πῶς πήγαμε; Ἀφοῦ εἴμαστε δῶ, » «Ἐπήγαμε καὶ ἤμαστε ἐκεῖ, κι ἐσὺ κι ἐγώ!» «Μά, ἐγὼ δὲν πῆγα.» «Σὲ πῆγα ἐγώ», τοῦ λέει, Χέ, χέ, χέ. Τὸν πῆρε καὶ τὸν σήκωσε καὶ τὸν παπά! Καταλάβατε; «Σὲ πῆγα ἐγώ!» Αὐτὰ εἶναι αὐθεντικά. Δὲν τὰ λέω γιὰ πλάκα! « Σὲ πῆγα ἐγώ!» Καὶ τί γινόταν στὴ Θεσσαλονίκη; Εἶχε πέσει χιόνι. Εἶχε κρύο. Πολύ κρύο. Πήγανε καὶ ἤλθανε. Ἔτσι.
Ἄλλη φορά. Μιὰ κυρία ποὺ ἐρχόταν κι ἐδῶ παλιά… Τότε ἤτανε ὁ Γέροντας νέος ἀκόμη, ἔκανε τὴν ξεναγό αὐτή, ἤ, ὅπως ἔλεγε μιὰ γριὰ στὸ χωριό, τὴν ξεναγωγό. Τὸ ἴδιο εἶναι. Λοιπόν. Τὸν ἔπαιρνε τὸν Γέροντα, κυρίως ἡ κυρία εἶχε τὸ πρακτορείο ἐκεῖ ποὺ διεκπεραίωνε τὶς ἐκδρομὲς τῶν Λατινοαμερικανών. Ἡ Λατινική Ἀμερικὴ εἶναι στὸ ἴδιο μήκος μ’ ἐμᾶς, ὅλοι αὐτοὶ οἱ κακομοίρηδες, Ἱσπανοί, Γάλλοι, ἱσπανόφωνοι, γαλλόφωνοι, θερμές ψυχές. Νὰ τὸ ὁμολογήσουμε.
Τὸν ἔπαιρνε κοντὰ τὸν παππούλη, τὸν Πορφύριο, κι ὁ παππούλης τοὺς μίλαγε. Πῶς τοὺς μίλαγε; Ἀφοῦ εἶχε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα!.
Λόγοι γιά τον Άγιο Πορφύριο, π. Ανανίας Κουστένης, Ακτή, Λευκωσία 2015
πηγή














