π. Κωνσταντίν Γαλέριου, «ο κήρυκας του Φωτός», μια όαση φωτός σε σκοτεινές εποχές, μια πηγή ατέλειωτης χαράς και ελπίδας

π. Κωνσταντίν Γαλέριου, «ο κήρυκας του Φωτός», μια όαση φωτός σε σκοτεινές εποχές, μια πηγή ατέλειωτης χαράς και ελπίδας

«Είθε να έχετε την θεία ειρήνη και την καρδιά σας στο φως, στο ατελείωτο φως της Αγίας Τριάδος»

«Να προσεύχεσαι με το νου σου μέσα στην καρδιά, απ’εκεί έρχεται και η αληθινή κατανόηση των λόγων της Γραφής.

«Χτυπημένη με τη αδιάλειπτη προσευχή, η καρδία θα αναβλύσει νερό από τα βάθη της, όπως η πέτρα την οποία χτύπησε ο Μωυσής, με τη προσευχή και με τη ράβδο της άσκησης, της μετανοίας».

Ο πατήρ Κωνσταντίνος Γκαλέριου, με την ευγένεια και την καλοσύνη θεράπευε τις ψυχές που έτρεχαν κοντά του, ήταν σαν σε μια πηγή ατέλειωτης χαράς και ελπίδας, ήταν μια όαση φωτός σε σκοτεινές εποχές.
Ο πατέρας ήξερε να μεταμορφώνει τα βάσανα σε χαρά με τον Χριστό, να αγγίζει με τη σμίλη της υπομονής και της συγχώρεσης τον σκληρό βράχο του μίσους και της αγριότητας, και με το βλέμμα του στραμμένο πέρα από κάθε πόνο διατηρούσε την ειρήνη της καρδιάς του
Στον καθένα αναζητούσε το καλό και το ωραίο, την αρετή του….
Άκουγε τους πάντες με μεγάλη προσοχή και μεγάλη υπομονή σαν να είναι το κέντρο του σύμπαντος, και τους οδηγούσε στην αγάπη του ΧριστούΞεχείλιζε από μια εξαιρετική φρεσκάδα αγάπης, που τον έκανε να μοιάζει με ένα αιώνιο και σοφό παιδί. Ήταν γνωστός για τον αυθορμητισμό του. Πρότυπό του είχε τον Χριστό. Είπε κάποτε στην Ιωάννα Ματέι «Εσύ είσαι η ψυχή μου!». Και αυτή ένιωσε τόσο ζωντανά τη ζεστασιά του Πνεύματος να γεμίζει την καρδιά της και να κατακλύζει όλη της την ύπαρξη!
Όταν κήρυττε, συχνά άνοιγε τα χέρια του. Τα άνοιγε διάπλατα, σαν να ήθελε να αγκαλιάσει μαζί ολόκληρο τον ουρανό, και τους ανθρώπους στην εκκλησία. Με το χρυσό του φελώνι, έμοιαζε με αετό έτοιμο να πετάξει. Έτσι τον θυμούνται.
Σε αγκάλιαζε πάντα με το ζεστό και στοργικό του βλέμμα. Η φωνή του έμοιαζε με τη βροντερή φωνή των προφητών, η ευγλωττία του θύμιζε την ομορφιά του λόγου του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, και δεν κήρυττε μόνο από τον άμβωνα, αλλά μέσα από όλα όσα έκανε. Μεγάλος Διδάσκαλος και φλογερός ιεροκήρυκας, ο λόγος του φωτεινός, πλήρης χάριτος, ήταν τόσο συναρπαστικός, τόσο γεμάτος δύναμη, που γοήτευε, μάγευε και συνέπαιρνε τους ακροατές του όπου κι αν κήρυττε. Δεν μπόρεσαν ποτέ να τον φιμώσουν, επειδή με αγάπη, με πάθος, κήρυττε την αλήθεια και την αγάπη με όλη του την ύπαρξη. Δεν μιλούσε μόνο με το στόμα του. Μιλούσε με όλο του το είναι. Ακόμα και όταν ήταν σιωπηλός, ένιωθες την ηρεμία, τη χαρά, τη ζεστασιά της προσευχής… έμπαινες σε αυτό το «σήμερον» και το «τώρα» του Θεού.
Ένοιωθες την ευωδία του Πνεύματος να πλημμυρίζει τα πάντα.
Ήξερε εκατοντάδες ονόματα απέξω, όλους τους καλούσε ονομαστικά. Τι παρηγοριά είναι όταν, κάποιος (και όχι ο οποιοσδήποτε!) σε καλεί ονομαστικά, κι αυτή η κλήση γίνεται με τέτοιο τρόπο που σε κάνει να νοιώθεις ότι είσαι πολύτιμος για τον Θεό.
Πίστευε ότι η αγάπη που συνοδεύεται από προσευχή μπορούσε να ξεπεράσει τις πιο τρομερές δοκιμασίες.
Είχε μεγάλη αγάπη για τα μοναστήρια και τους μοναχούς. Κάλιστα, μπορεί να ειπωθεί γι’ αυτόν ότι μετέφερε τον μοναχισμό με μοναδικό τρόπο ιεραποστολικά μέσα στον κόσμο. ‘
Πάντα τον περιέβαλλε μια σιωπηλή προσευχητική, ζεστή λάμψη.

Ο πατήρ Κωνσταντίνος ήταν άλλοτε ο πολυμαθής καθηγητής πανεπιστημίου, άλλοτε ο άγιος γεμάτος χάρη ιερέας, κι άλλοτε ο γεμάτος αγάπη και συμπόνια παππούς που έβγαζε τα παπούτσια του για να βοηθήσει κάποιον φτωχό και επέστρεφε σπίτι ξυπόλητος.
Μια μέρα, καθώς επέστρεφε από την πόλη, συνάντησε έναν φτωχό. Τον ευλόγησε με αγάπη και του έδωσε μερικά σεντς, όπως έκανε με κάθε ζητιάνο. Αλλά ο άνθρωπος ήταν ξυπόλητος, και τα χρήματα που τούδωσε δεν ήταν αρκετά για ένα ζευγάρι παπούτσια. Έτσι ο π. Κωνσταντίνος βγάζει τα παπούτσια του και τα φοράει στον ζητιάνο. Επέστρεψε στο σπίτι με τις κάλτσες, τόσο χαρούμενος σαν να είχε στα πόδια του φτερά.
«Πάντα το έκανε αυτό. Ήταν πολύ ελεήμων. Πάντα τον συγκινούσε η δυστυχία των φτωχών. Υπέφερε πολύ, σιωπηλά με τους φτωχούς που δεν μπορούσε να απαλύνει όλο τον πόνο τους «Στο σπίτι μας, η πόρτα ήταν πάντα ανοιχτή», λέει ο γιος του Ροδίων, γιατρός. «Μια μέρα ένας ζητιάνος ήρθε στην πόρτα μας. Ήθελε ένα καρβέλι ψωμί και μας είχε μείνει μόνο μια γωνία, οπότε του αρνηθήκαμε. Μετά από λίγες μέρες ο πατέρας μου το έμαθε και αναστατώθηκε πολύ. Μάζεψε όλα τα τρόφιμα του σπιτιού και τα μοίρασε, λέγοντάς μας: «Τώρα θα δείτε πώς είναι να υποφέρεις και να μην έχεις τίποτα να φας».

Πήγαινα να δω τα παιδιά που έμεναν στο Πλοέστι και οι επισκέψεις μου διαρκούσαν μερικές μέρες. Πολλές φορές, όταν επέστρεφα, δεν έβρισκα το πάπλωμα ή τις κουβέρτες. Ρωτούσα τον πατέρα μου τι είχε συμβεί και έλεγε ότι είχαν έρθει φτωχοί άνθρωποι και ότι εμείς είχαμε όλα όσα χρειαζόμασταν, ενώ αυτοί δεν είχαν. Έτσι τους έδινε τα πάντα από το κρεβάτι…».
Ο πατέρας δεν είχε περιουσία, ήταν φτωχός από γήινα αγαθά. Είχε όμως τον πλούτο της ψυχής του, τον οποίο μοιραζόταν με μεγάλη αγάπη με όλους, με όλους όσους του ζητούσουν βοήθεια.
Τα τελευταία του χρόνια ήταν τόσο γεμάτος χάρη, και με τόσο μεγάλη δύναμη προσευχής, όπως πολλοί πιστοί κατέθεσαν, ένιωθαν την ευλογία του στα κεφάλια τους για μέρες.
Τα σημάδια αγιότητας και της Θείας Χάριτος πάνω του πολλαπλασιάστηκαν…
Το 2003, κατά τη διάρκεια της νηστείας της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, την οποία αγαπούσε ιδιαιτέρως, είδε σε όνειρο την Πανάγια. Βρέθηκαν σε έναν πανέμορφο κήπο και εκεί του είπε, ότι τον περιμένουν στο βασίλειο του Φωτός, κι αυτό τον έκανε χαρούμενο και τον ενδυνάμωσε. Κοιμήθηκε στις 10 Αυγούστου.

***

«Και νυξ ως ημέρα φωτισθήσεται»

Κατά το διάστημα που ετοίμαζε [ο άγιος Παΐσιος] το Κελλί [το Κελλί του Τιμίου Σταυρού της Ιεράς Μονής Σταυρονικήτα], αργά ένα απόγευμα, ξεκίνησε από την Μονή Σταυρονικήτα, για να πάη εκεί, φορτωμένος και με έναν τουρβά γεμάτο πράγματα.
Στην μέση της διαδρομής, λίγο πριν πάρη το μονοπάτι, για να κατηφορίση στον λάκκο της Καλλιάγρας, όπως λέγεται η περιοχή, τον σταμάτησε ένας νέος μπερδεμένος, με πολλά προβλήματα, και άρχισε να του μιλάη.
Ο Πατήρ Παΐσιος στάθηκε εκεί όρθιος και τον άκουγε, παρόλο που ψιχάλιζε και είχε αρχίσει να βραδιάζη. Σιγά-σιγά έγιναν μούσκεμα, αλλά εκείνος δεν σταματούσε.
Κάποια στιγμή ο Όσιος σκέφθηκε: «Πώς θα βρω το Καλύβι μέσα στην νύχτα; Δεν έχω και φακό». Δεν ήθελε όμως να τον διακόψη, για να μην τον στενοχωρήση, κι έτσι έμειναν εκεί ως τα μεσάνυχτα.
Όταν χώρισαν, ο νέος ξεκίνησε για το Κελλί, όπου θα φιλοξενείτο, και ο Όσιος πήρε το μονοπάτι για τον Τίμιο Σταυρό, το οποίο ήταν δύσκολο να το διαβή κανείς ακόμη και με το φως της ημέρας.
Καθώς λοιπόν περπατούσε στο σκοτάδι, γλίστρησε από την λάσπη και έπεσε μέσα στα βάτα. Τα παπούτσια έφυγαν από τα πόδια του, ο τουρβάς του πιάσθηκε στα κλαδιά και το ζωστικό μαζεύθηκε στον λαιμό του. Επειδή μέσα στο σκοτάδι δεν έβλεπε τίποτε, δεν μπορούσε να κάνη την παραμικρή κίνηση.
Δεν έχασε όμως την ειρήνη του και αποφάσισε να παραμείνη εκεί, μέχρι να ξημερώση. «Θα αρχίσω το Απόδειπνο, σκέφθηκε, θα κάνω και το Μεσονυκτικό και τον Όρθρο, οπότε θα φωτίση και θα βρω το Κελλί μου. Άραγε αυτός ο καημένος θα βρη τον δρόμο του, τον προσανατολισμό του».
Ξεκίνησε λοιπόν το Απόδειπνο, αλλά μόνον το Τρισάγιο πρόλαβε να πη. Διότι, μόλις άρχισε το «Ελέησόν με, ο Θεός, κατά το μέγα έλεός σου», το κεφάλι του έγινε σαν λάμπα που εξέπεμπε φως. Και τότε έγινε εκείνο που λέει ο Ψαλμός. «Και νυξ ως ημέρα φωτισθήσεται».
Είδε που βρισκόταν, βγήκε από τα βάτα, βρήκε τα παπούτσια του και πήρε το μονοπάτι που τώρα φωτιζόταν από υπερφυσικό φως. Όταν έφθασε στο Κελλί και άναψε τα καντήλια στο Εκκλησάκι, το θείο εκείνο φως χάθηκε.
Απόσπασμα από το βιβλίο ο «Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης», έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος» Βασιλικά Θεσσαλονίκης.
πηγή