Όμορφα μηνύματα

Σήκω φόρεσε την κάπα σου και θα σε πάω εγώ με το άλογό μου να ανάψεις τα καντήλια μου!

Ο Κωνσταντίνος Μικρός γεννήθηκε το 1895 στο χωριό Αθίκια Κορινθίας. Οι γονείς του Γεώργιος και Κατερίνα, αν και πάμφτωχοι ξεχώριζαν στο χωριό για την καλωσύνη και την φιλοξενία τους.
Απέκτησαν τέσσερα παιδιά, τον Κώστα και άλλα τρία κορίτσια. Στο σπίτι εκτός από τα απιδιά τους μάζευαν συχνά και τα ανήψια τους και πολλές φορές δύο ορφανές από πατέρα γειτονοπούλες, των οποίων η μάνα έπρεπε να φεύγει δύο μήνες τον χρόνο από το σπίτι, για να δουλεύει τα κτήματα που είχε σε άλλο χωριό.
Τα ορφανά κοριτσάκια δεν ξέχασαν ποτέ, όταν μεγάλωσαν, την ζεστή πατρική αγκαλιά του κυρ-Γιώργη, το βραδινό λιτό φαγητό που μοιράζονταν με τα παιδιά του, την χαρά και την αγάπη που ακτινοβολούσε μέσα σε κείνο το φτωχόσπιτο.
Μάλιστα, το ένα από αυτά όταν έγινε μάνα, άφησε ως παρακαταθήκη στα παιδιά της να μην ξεχνάνε ποτέ να προσθέτουν στο ψυχοχάρτι τα ονόματα Γεώργιος και Αικατερίνη. Τόση αγάπη τους είχε!
Σε αυτό το ευλογημένο περιβάλλον έζησε κι ανατράφηκε ο Κώστας…
*****
…Ένας εύπορος συγχωριανός του, ο μπαρμπα-Μήτσος, που γνώριζε την δυστυχία του, συμφώνησε να του δίνει 50 δραχμές τον μήνα, για να ανάβει καθημερινά τα καντηλάκια στο από αιώνες χτισμένο εξωκκλήσι του Αγίου Δημητρίου, πάνω στο βουνό, 7 χιλιόμετρα από τα Αθίκια.
Ήθελε να εκπληρώσει με αυτόν τον τρόπο κι ένα τάμα που είχε κάνει στον Άγιο, όταν αρρώστησε από φυματίωση. Έτσι ο Κώστας χειμώνα – καλοκαίρι διήνυε μαζί με όλες τις άλλες κι αυτή την δύσκολη ανηφορική διαδρομή, ώστε ο Άγιος να μην μένει ποτέ σβηστός. Όταν κάποιες φορές δεν προλάβαινε ν’ ανέβει στο βουνό, έστελνε στην θέση του τον μικρό του γυιό τον Τάσο.
Κάποια φορά που είχε ρίξει πολύ χιόνι, δεν μπόρεσε να ανέβει στο εξωκκλήσι κι έτσι τα καντήλια έμειναν σβηστά. Πριν ξαπλώσει ζήτησε συγγνώμη από τον Άγιο κι έπεσε για ύπνο. Ο ίδιος διηγήθηκε στα εγγόνια που ζούσαν μαζί του, πως είδε τότε σε όραμα τον Άγιο Δημήτριο, ο οποίος τον ξύπνησε και του είπε:
– Κώστα, σήμερα με ξέχασες, δεν ήρθες να με ανάψεις.
– Άγιε μου Δημήτρη, δεν σε ξέχασα αλλά το χιόνι ήταν πολύ και η ομίχλη δεν με άφηνε να δω το μονοπάτι.
– Σήκω φόρεσε την κάπα σου και θα σε πάω εγώ με το άλογό μου να ανάψεις τα καντήλια μου.
Όπως κι έγινε. Όλα αυτά τα έζησε εκείνο το βράδυ. Το πρωί που ξημέρωσε και ο ίδιος και η οικογένειά του είδαν πως η κρεμασμένη κάπα του ήταν γεμάτη χιόνι. Πράγμα που επιβεβαίωνε πως όσα έζησε ήταν αληθινά γεγονότα και όχι απλά ένα όνειρο!