Στην μέση του πουθενά, χαμένος μέσα σ’ ένα δάσος, ένα γεροντάκι προσευχόταν!!! Όταν μιλούσε για τον όσιο Θεόφιλο δάκρυζε. Φώναζε τον Άγιο Θεόφιλο και ερχόταν… γέρων Φανούριος της Καψάλας

Ο γέρων Φανούριος της Καψάλας
Μια σπάνια αγιορειτική μορφή
Περνούσα περίπου τέσσερις φορές την εβδομάδα μέσα από την αυλή του. Ήμουν υποχρεωμένος να περάσω, γιατί τα περισσότερα μονοπάτια είχαν κλείσει από τα κλαδιά των δένδρων και αυτά πού διατηρούσαμε με κόπο ανοιχτά ήταν λίγα. Δεν υπήρχε άλλος δρόμος για να φτάσω στις Καρυές, να κάνω τα λίγα απαραίτητα ψώνια, πού τα κουβαλούσα μέσα σ’ ένα σακίδιο στον ώμο μου. Στον γυρισμό ήταν δύσκολα, γιατί ήμουν φορτωμένος και η ανηφόρα απότομη και το μονοπάτι κακοτράχαλο.
Το κελί του π. Φανουρίου ήταν στην πλαγιά ενός ρέματος, μέσα στο δάσος, κάτω από μεγάλα δροσερά δένδρα με παχύ ίσκιο. Ήταν περίπου στην μέση της απόστασης και όταν έφτανα εκεί ήμουν ιδρωμένος, κουρασμένος και διψασμένος και η στάση ήταν αναπόφευκτη.
Έτσι γνωριστήκαμε. Ήμουν νέος, γύρω στα 25 και αυτός γέρος μεταξύ 70 και 80 χρονών. Όποια ώρα κι’ αν περνούσα από ‘κει ο π. Φανούριος ήταν έξω στην αυλή. Όρθιος, με ένα κομποσκοίνι στο χέρι, ακουμπούσε στον όρθιο κορμό ενός κομμένου δένδρου και προσευχόταν. Είχε γυρισμένη την πλάτη του στο μονοπάτι, και δεν γύριζε αν εσύ πρώτος δεν του μιλούσες.
Στην αρχή μου έκανε μεγάλη εντύπωση το θέαμα. Στην μέση του πουθενά, χαμένος μέσα σ’ ένα δάσος, ένα γεροντάκι προσευχόταν!!!
Ήταν κοντός, γύρω στο 1.60 και πολύ αδύνατος. Τα ρασάκια του τριμμένα. Το πρόσωπο και τα χέρια του λερωμένα από τις δουλειές. Δεν έκανε ποτέ του μπάνιο, αλλά δεν μύριζε άσχημα, ίσως γιατί έτρωγε μόνο χόρτα και λίγο ψωμί. Πολλές φορές ήταν κλαμένος και όπως σκουπιζόταν βιαστικά, τα δάκρυα του ανακατεύονταν με την σκόνη και μουντζούρωνε το πρόσωπο.
Ήταν γλυκός, πολύ γλυκός, ήσυχος, πράος, το βλέμμα του ήρεμο, και όλος αγάπη για τον επισκέπτη, δηλαδή εμένα.
Μου ερχόταν να τον σφίξω στην αγκαλιά μου και να τον φιλήσω.
Είχε έρθει νέος στο Άγιον Όρος και δεν έφυγε από το κελί του. Δεν απομακρυνόταν από την περιοχή του. Είχε πάνω από 30 χρόνια να πάει στις Καρυές, την «πρωτεύουσα», κι ας ήταν δίπλα του, μισή ώρα δρόμος. Κρατούσε, δηλαδή, την παράδοση ήταν ένας πραγματικός ησυχαστής ένας ασκητής.
Στην αρχή, όπως ήμουν και άσχετος πνευματικά, δεν τον είχα υποπτευθεί. Μου έκαναν εντύπωση βέβαια η ορθοστασία του και η προσευχή του, αλλά μέχρις εκεί. Κάποια φορά πού συζητούσαμε του είπα κάτι λογισμούς πού είχα σχετικά με την πτώση του Αδάμ και άρχισε να μου μιλά για το πόσο έκλαψε, για το πόσο πολύ στεναχωρήθηκε ο Αδάμ για την πτώση του. Μιλούσε σπασμένα ελληνικά, ήταν ολιγογράμματος, δεν έβρισκε τις λέξεις… πιο πολύ μιλούσε με το βλέμμα του, με τις συντετριμμένες κινήσεις του, με το συναίσθημα του, με το σώμα του ολόκληρο, με την ψυχή του. Μου μετέφερε την τραγικότητα της κατάστασης, μου έδειξε την βαθειά μετάνοια, την συντριβή της καρδιάς και τα μάτια του βούρκωναν και η ψυχή του σπάραζε και όλα αυτά μέσα σε μια βαθειά ειρηνική και γλυκιά ατμόσφαιρα.
Εντυπωσιάσθηκα, ταρακουνήθηκα από την ένταση, το βάθος, όμως πάλι δεν υποπτεύθηκα.
Μετά από αρκετές μέρες έτυχε να διαβάσω το βιβλίο του π. Σωφρονίου για τον Άγιο Σιλουανό. Εκεί διάβασα για τον «Αδαμιαίο Θρήνο», μια ανεβασμένη πνευματική κατάσταση πού περνούν οι ασκητές… τότε έκπληκτος αναγνώρισα τον π. Φανούριο. Αυτό πού περιέγραφε το βιβλίο το είδα μπροστά μου, ζωντανό βίωμα στο πρόσωπο του π. Φανουρίου.
Ο γέροντας Φανούριος δεν παπαγάλιζε αυτά πού είχε διαβάσει σε κάποιο βιβλίο, γιατί αυτός μάθαινε μέσω της προσευχής. Ο γέροντας Φανούριος μιλούσε για αυτά πού ζούσε. Τότε άρχισα να τον υποπτεύομαι…
Άρχισα λοιπόν να τον ρωτάω.
-Καλά γέροντα, δεν σε πολεμάνε οι δαίμονες; ρώτησα μια φορά πού με έβαλε μέσα στο κελί να προσκυνήσω τον Άγιο Θεόφιλο τον Μυροβλύτη.
-Πώς δεν με πολεμάνε, είπε, να προχθές ήταν εδώ μέσα ο δαίμονας και φοβήθηκα.
-Στον ύπνο σου, γέροντα;
-Τί στον ύπνο;… Φανερά σου λέω να εδώ στεκόταν, και μου έδειξε το σημείο.
-Και εσύ τί έκανες;
–Φώναξα τον Άγιο Θεόφιλο και ήρθε και τον έδιωξε... Βρωμούσε ο τόπος μετά για μέρες.
…Ο π. Φανούριος πάντα ρωτούσε για μένα και πάντα μου έδινε αυτό πού είχε, την προσευχή του. Προσευχόταν για μένα και για να πάνε καλά οι δουλειές μου, έστω κι αν δεν καταλάβαινε τί ακριβώς ήταν.
Την τελευταία φορά πού τον είδα τού είχα φέρει λίγο μέλι, λίγο καφέ. Όπως πάντα ήθελε να με κεράσει. Όπως πάντα δεν ήθελα να τού στερήσω τα λίγα τρόφιμα πού είχε.
– Ένα ποτήρι νερό, φέρε μου γέροντα, τίποτα άλλο, είπα, νομίζοντας ότι ζητώ κάτι εύκολο.
Σηκώθηκε κουτσαίνοντας να μου το φέρει, τα είπαμε, χαρήκαμε και έφυγα ανύποπτος.
Πιο πάνω έκανα στάση στον φίλο μου τον καλόγερο.
-Τί σε κέρασε ό γέρο-Φανούριος;
-Ένα ποτήρι νερό, δεν δέχτηκα τίποτα άλλο, είπα.
-Αχ!… αυτό είναι το πιο δύσκολο γι’ αυτόν. Έχει λίγο καιρό πού το ανακάλυψα… Δεν μπορεί να κατέβη στην πηγή όπου γεμίζει νερό. Είναι μια απόσταση 50 μέτρα κάτω στο ρέμα και κάνει 2 ώρες να πάει. Έχει πρόβλημα με το πόδι του και δεν μας λέει τίποτα.
Δάγκασε η λύπη την καρδιά μου, βούρκωσα και τον αγάπησα πιο πολύ τώρα, γι’ αύτη του, την παλληκαριά, γι’ αύτη του την θυσία.
Ο γέρο-Φανούριος, σαν τούς παλαιούς Αγιορείτες, είχε αφήσει ολόκληρο τον εαυτό του στον Θεό. Δεν το κουνούσε από το ασκητήριο του, ούτε πήγαινε στον γιατρό. Έμενε πιστός στην αρχαία παράδοση των ασκητών, πού ήταν ζωντανή στο Άγιον Όρος μέχρι λίγα χρόνια πριν. Αν θέλει ό Θεός τον κάνει καλά. Αλλιώς θα υπομένει και θα πεθάνει χωρίς παράπονα. Είχε αυτό το ηρωικό πνεύμα των αρχαίων ασκητών.
…Φεύγοντας από το Άγιον Όρος έκανα στάση στο κελί του όπως πάντα να τον χαιρετήσω. Αφού είπαμε τα δικά μας τον ρώτησα δείχνοντας το ξεραμένο κυπαρίσσι.
-Γέροντα, πώς ξεράθηκε το κυπαρίσσι;
-Ήρθε ο διάβολος εδώ και ήθελε να μού κάνει κακό, μου είπε ανήσυχος, καθώς ξαναθυμήθηκε τον μεγάλο κίνδυνο πού πέρασε…, εγώ φώναξα πάλι τον Άγιο Θεόφιλο να με βοηθήσει και δεν μπορούσε αυτός να μού κάνει κακό.
Δεν τον άφηνε ο Άγιος. Φεύγοντας ο διάβολος, ξέσπασε τον θυμό του πάνω στο κυπαρίσσι, του έδωσε μία και ξεράθηκε αμέσως. Πά, πά, πά… Τί κακός πού είναι ο Διάβολος! Θηρίο άγριο, κακοποιός…
Έσκυψα συγκινημένος, πήρα την ευχή του, τον φίλησα και έφυγα. Δεν ήξερα ότι θα ήταν η τελευταία φορά πού τον έβλεπα.
Εκείνο τον χειμώνα έπεσαν πολλά χιόνια στην Καψάλα. Ο γέρο-Φανούριος πέθανε. Ο φίλος μου τον βρήκε πεθαμένο στην Εκκλησία. Τον ράψανε μέσα στο ράσο του, αντί για φέρετρο. Ήταν μαλακό και ευλύγιστο το σώμα του. Δεν είχε την νεκρική ακαμψία. Λένε ότι αυτό συμβαίνει σ’ όλους τούς Αγιορείτες μοναχούς. Ένα δώρο της Παναγίας, ένα σημάδι εύνοιας σ’ αυτούς πού αφιέρωσαν όλη τους την ζωή στον πνευματικό αγώνα και έζησαν την ζωή τους σαν μοναχοί μέσα στο Άγιο Όρος.
Ήταν ελαφρύς σαν πούπουλο. Αφού τον σήκωνα με το ένα μου χέρι για να τον βάλω μέσα στον τάφο. Ήταν όλος μόνο κόκκαλα… «Δεν έτρωγε και λάδι όλη την βδομάδα, μόνο Σαββατοκύριακο», μονολόγησε ο φίλος μου..
Αποσπάσματα από το βιβλίο του Αθανασίου Ρακοβαλή, Η έρημος της Καψάλας, 2013,
***
Αξίζει να παραθέσουμε κάποιες εμπειρίες που πήραμε από αγιορείτη μοναχό για τον Γέροντα Φανούριο τον Απλό.
Όταν μιλούσε για τον όσιο Θεόφιλο δάκρυζε. Όταν τον ρωτούσαν αν ευωδιάζει και τώρα ο όσιος Θεόφιλος απαντούσε: « Αν έχει ευλάβεια ο προσκυνητής ευωδιάζει». Όταν μιλούσε για ταξίδι εννοούσε το ουράνιο και τα μάτια του βούρκωναν. Τόνιζε επίσης, μην αφήσετε τον αγώνα.
« Άμα έρχεται εδώ Άγγελος, όλη την νύχτα είναι πολύ γαλήνια. Όταν έρθει νταίμονας (δηλ. δαίμονας) βρωμάει ο τόπος» . Έλεγε ότι κάποτε τον επισκέφθηκε ο Μ. Βασίλειος μαζί με τον όσιο Θεόφιλο.
– Τι σου είπαν; τον ρωτήσανε.
– Να, ότι είμαι τεμπέλης!
– Γιατί, επειδή δεν φροντίζεις το κελλί;
– Όχι. Η Παναγία μας δεν θέλει μέριμνες. Με είπαν τεμπέλη γιατί δεν φρόντιζα όσο έπρεπε για τα πνευματικά.
Άλλη μια φορά, έλεγε, ήλθαν οι ίδιοι οι Άγιοι επισκέπτες ενώ μεριμνούσε πώς να διορθώσει το κελλί και του είπαν: Για το κελλί θα μεριμνήσουμε εμείς. Εσύ φρόντιζε για την ψυχή σου.
Δυό χρόνια πριν κοιμηθεί ο Γέρων Φανούριος αρρώστησε ένας άλλος Ρουμάνος γείτονάς του, ο γέρο Μακάριος. Παρά τα χρόνια του ο γέρων Φανούριος πήγαινε κάθε μέρα και φρόντιζε τον φίλο του, μέχρις ότου τον πήρανε και τον γηροκόμησαν κάποιοι νεώτεροι μοναχοί. Αυτή η αγάπη του μαρτυρεί τη γνησιότητα της άσκησής του.
Αγαπούσε τη φύση. Πήγαινε μικρές βόλτες στη γύρω περιοχή. Μερικές φορές μάζευε μούρα . Άλλοτε και μανιτάρια. Κάποιος, κάποτε, του είπε να τον πειράξει. « Γέροντα τα μανιτάρια είναι δηλητηριασμένα » . « Ε, η ώρα η καλή » ! απάντησε με απάθεια. Έβαζε ψωμάκια στο παρτέρι για τα πουλάκια, χαιρότανε και γελούσε σαν μικρό παιδάκι βλέποντάς τα να τρώνε. Πρόβλεψε και το θάνατό του. Ο διπλανός μοναχός Ηρωδίωνας είπε: Ο Γέρων Φανούριος δεν πέθανε, πήγε από τη μια ζωή στην άλλη ζωή, είναι Άγιος. Να του κάνετε κομποσχοίνι, να έχουμε ειρήνη.
Από το βιβλίο « Εμπειρίες από τον αμίλητο κόσμο του Άθω »Νικολάου Ζαχαριάδη, Τόμος Α, Πύργος Ηλείας -1998
***
Από τις νηστείες ο οργανισμός του ξεσυνήθισε τα λαδερά και δεν τα εδέχετο. Έτρωγε τριμμένη φρυγανιά, χόρτα, σταφύλια, μούρα ή μανιτάρια. Άναβε πολλά καντήλια μπροστά στις εικόνες που είχε στο κελλί του, επί πλέον εκείνων που ήταν στην Εκκλησία. Διάβαζε και αγαπούσε πολύ τον αββά Ισαάκ.
«Εγώ πάντα κλαίγω» έλεγε. «Χωρίς δάκρυα δεν καθαρίζουν οι αμαρτίες. Ο άνθρωπος πρέπει να έχη φόβο Θεού και αγάπη προς τον Θεόν. Αυτά τα δύο είναι αδελφωμένα. Να τα ζητά από τον Θεόν και ο Θεός θα τα δώσει».
Αγαπούσε την ησυχία και την παράδοση. Όταν κάποιος του είπε ότι θα κάνουν δρόμο στην Καψάλα, στενοχωρήθηκε λέγοντας: «Ακούς δρόμο στην Καψάλα!».
Στην ερώτηση πως περνά στο κελί του μόνος, εκείνος απάντησε ότι δεν είναι μόνος, κατά καιρούς περνάνε Άγγελοι και γεμίζουν το κελί φως τόσο πολύ που και το δικό του σώμα γέμιζε φως και για πολλές μέρες η χαρά τον συντρόφευε.
Μας είπε ότι είχε επίσκεψη από τρείς Αγίους, τον Άγιο Μέγα Βασίλειο, τον Όσιο Θεόφιλο τον Καψαλινό και τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, γέμισε λέει το δωμάτιο φως και άρρητη ευωδία, εκείνος ένιωσε μεγάλη συστολή και αφού μας είπε ότι μίλησαν για διάφορα εκείνος τότε τους ρώτησε όλο ντροπή αν χρωστούσε κάτι. Εκείνοι του απάντησαν ότι δε χρωστούσε και η χαρά του ήταν πολύ μεγάλη!!!.
Σε αυτό το Αγιασμένο Κελλί του Αγίου Βασιλείου στην Καψάλα έζησαν ο Όσιος Θεόφιλος ο Μυροβλύτης, που το Λείψανό του είναι θαμμένο κάτω από την Αγία Τράπεζα, ο άγιος Γεράσιμος Κεφαλληνίας και ο όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης.
Έλεγε ο γερω-Φανούριος ότι ο άγιος Θεόφιλος φανερώθηκε και στον προκάτοχό του, ο οποίος είχε κουνέλια και ντουφέκια, και τον έδιωξε, επειδή δεν ήθελε να διορθωθή, λέγογτάς του ότι εδώ είναι ασκητήριο. Κάποιος άλλος πήγε να γκρεμίση τον τοίχο να πάρη το Λείψανο του οσίου Θεοφίλου και ξεπετάχθηκαν φλόγες. Άλλοτε από τον τοίχο έρρεε μύρο από το λείψανο του οσίου Θεοφίλου.
***
Ο πατήρ Δαμασκηνός Γρηγοριάτης γράφει:
Ο εν Χριστώ αδελφός και φίλος μου π. Δ. μου διηγήθηκε τα εξής γι’ αυτόν τον Ασκητή: «Μία ημέρα, επισκέφθηκα με άλλους αδελφούς τον π. Φανούριο. Ήθελα να προσκυνήσω τον όσιον Θεόφιλο, αλλά και να γνωρίσω αυτόν τον Ασκητή.
Κτύπησα την πόρτα του με τον συνήθη μοναχικό τρόπο και περίμενα.
Σε λίγο, ήλθε και μου άνοιξε ένα κοντό, αδύνατο Γεροντάκι. Το πρόσωπό του ήταν φωτεινό, σαν τον ήλιο. Ήταν αληθινά πρόσωπο μικρού παιδιού, πράο, ροδοκόκκινο, νεανικό, καθάριο, ιλαρό, αγνό, άγιο. Όλοι μας εξεπλάγημεν για το πρόσωπό του. Του εβάλαμε μετάνοια.
Εκείνος μας ωδήγησε μέσα στην εκκλησία, όπως είναι η συνήθεια για όλους τους προσκυνητάς. Ενώ κατεβαίναμε τις σκάλες προς την εκκλησία, αισθανθήκαμε όλοι μία δυνατή ευωδία. Όλος ο τόπος είχε πληρωθή απ’ αυτή την ουράνια ευωδία.
Όλοι μας εδοξάσαμε τον Θεό. Το είπαμε στον Γέρο Φανούριο, και μας απήντησε χαριτωμένα με τα σπασμένα ελληνικά του: “Αυτό δεν γίνεται μόνο σήμερα. Συμβαίνει πολλές φορές”.
Εβγήκαμε μετά έξω να καθίσουμε λίγο στην αυλή. Γύρισε κάπως λυπημένα και με χαρωπό το πρόσωπό του, μας είπε:
-Εγώ δεν έχω τίποτε να σας κεράσω. Μόνο λίγο νερό.
-Δεν θέλουμε τίποτα Γέροντα του είπαμε. Καθήστε μόνο να μας πήτε πως περνάτε σ’ αυτή την ησυχία.
-Περνάω πολύ καλά. Με φροντίζει ο Θεός και η Παναγία. Τρώγω παξιμάδι και χόρτα.
-Πως τα περνάς τα βράδυα, Γέροντα;
– Κάνω κομβοσχοίνι, λέγοντας την ευχή.
-Πόσα κομβοσχοίνια κάνεις;
-Δεν ξέρω, δεν μετρώ. Λέγω το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με, μέχρι να έλθουν τα δάκρυα.
-Μετά τι κάνεις;
-Μετά προσεύχομαι και κλαίω για όλο τον κόσμο.
-Πότε σταματάς την νυχτερινή προσευχή σου;
-Όταν θέλη ο Κύριος. Όταν σταματήσουν τα δάκρυά μου για τον κόσμο.
***
Από το 1984 άρχισε να ετοιμάζεται για την έξοδό του.
Το έτος 1986 είδε τον άγιο Θεόφιλο και τον άγιο Βασίλειο και του είπαν: «Εφέτος δεν θα κάνεις Πρωτοχρονιά εδώ στο Κελλί, αλλά θα ‘ρθείς να γιορτάσουμε μαζί». Το είπε σε κάποιον, και αυτός του συνέστησε να μην πιστεύη σε όνειρα. «Μα αυτό δεν ήταν όνειρο», απάντησε.
Δύο πατέρες που τον επισκέφθηκαν, φεύγοντας του είπαν: «Θα ξαναρθούμε Γέροντα». «Δεν θα με βρήτε. Θα πεθάνω», απάντησε. Και σε άλλον μοναχό είπε συγκεκριμένα ότι θα κοιμηθή πριν από την Πρωτοχρονιά.
Στις 18 Δεκεμβρίου, του έτους 1986, παραμονή της Πρωτοχρονιάς με το νέο ημερολόγιο τον βρήκαν κεκοιμημένο οι γείτονές του. Στην κηδεία του είχε πολλά χιόνια και μόνο τρεις πατέρες παρευρέθηκαν..
Έσκαψαν τον τάφο και με μεγάλη προσπάθεια τον μετέφεραν για την ταφή, το νερό μέσα στο τάφο ήταν περίπου στο ένα μέτρο και ενώ η κουβέρτα μέσα στην οποία τον είχανε τυλίξει βούλιαξε το σκήνος του έμεινε στην επιφάνεια να επιπλέει!!!!
Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης είχε πει στον επίσκοπο Μεσογαίας Νικόλαο για τρεις Ρουμάνους ασκητές που είχαν ξεπεράσει τους νόμους της φυσικής, και πρώτον ανέφερε τον γέροντα Φανούριο: “Σκέψου, εσύ που είσαι φυσικός. Ξεπέρασε τον νόμο της βαρύτητας.”, του είπε.
Ο συμπατριώτης του Γέροντας Ηρωδίων (†1990) ο φίλος και συναγωνιστής του, είπε: «Ο Γέρων Φανούριος δεν πέθανε, πήγε από τη μία ζωή στην άλλη ζωή. Να του κάνετε κομποσχοίνι, να έχουμε ειρήνη. Είναι άγιος».













