Τέτοιος Άγιος αυτοκράτορας ήταν ο Θεοδόσιος B’ ο Μικρός, ήξερε να πέφτει στα γόνατα με δάκρυα και θρήνους προσευχής και να έχει πολύ ταπείνωση μπροστά στον Βασιλέα των όλων και Θεό του. Γι’ αυτό τον αγαπούσε ο Θεός και απαντούσε αμέσως στις αιτήσεις του. Και «εκαταστάθη η βασιλεία του ωσάν μία Eκκλησία»

Ένα νόστιμο διήγημα γιά τον άγιο Αυτοκράτορα Θεοδόσιο τον Μικρό
Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου
Ένα νόστιμο διήγημα αναφέρει ο Ευεργετινός περί του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Νέου ή Μικρού.
Ένας Μοναχός Αιγύπτιος ο οποίος πήγε στην Κωνσταντινούπολη έμεινε σε μία από τις τριγύρω εξοχές. Κάποτε διερχόμενος, τυχαία, από εκεί ο Θεοδόσιος ο Νέος, άφησε τους ανθρώπους της συνοδείας του και πήγε μόνος και κτύπησε την πόρτα του κελλιού του Μοναχού. Ο Μοναχός όταν του άνοιξε τον γνώρισε, αλλά τον δέχθηκε στο κελλί του σαν απλό στρατιώτη. Όταν μπήκε ο βασιλιάς στο κελλί του, ο Γέροντας έκανε μία προσευχή και κάθησε.
Γι’ αυτό και ο αυτοκράτορας τον ρώτησε πώς ζούνε οι Πατέρες στην Αίγυπτο και ο Γέροντας του απάντησε: «Όλοι εύχονται για την σωτηρία σου».
Μετά αφού σηκώθηκε έβρεξε άρτους, έβαλε και λίγο λάδι και αλάτι και είπε στον βασιλέα: «φάγε λίγο».
Ο Βασιλιάς, αφού έφαγε, ήπιε και νερό, ρώτησε τον Γέροντα: «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ»;
Και ο Γέροντας αποκρίθηκε: «Ο Θεός σε ξέρει».
Μετά είπε εκείνος: «Εγώ είμαι ο βασιλιάς Θεοδόσιος».
Όταν το άκουσε αυτό ο Γέροντας αμέσως τον προσκύνησε.
Του λέει πάλιν ο αυτοκράτορας: «Μακάριοι είσαστε εσείς οι Μοναχοί, καθότι είσαστε απαλλαγμένοι από τις μέριμνες της ζωής. Και μάλιστα σου ομολογώ, ότι, παρ’ όλο που γεννήθηκα μέσα στο παλάτι, ουδέποτε έφαγα άρτον ούτε ήπια νερὸ με τέτοια ηδονή και ευχαρίστηση όπως σήμερα».
Από τότε άρχισε ο βασιλεύς να τιμά τον Όσιο Γέροντα, αλλά αυτός αποφεύγοντας τις τιμές των ανθρώπων ανεχώρησε και πάλι στην Αίγυπτο.
Έτσι λοιπὸν πέρασε τη ζωή του ο φιλομόναχος βασιλιάς, και αφού βασίλευσε σαράντα δύο χρόνια, απήλθε προς Κύριον.
Από τον «Συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, μήνας Ιούλιος, τόμος ζ’
***
π. Ἀνανίας Κουστένης
Στὰ χρόνια τοῦ Mικροῦ Θεοδοσίου, 408–450 μ.X., ἐφάνη μία αἵρεσις στὴ Bασιλεύουσα, ἡ ὁποία ἔλεγε πὼς δὲν ὑπάρχει Ἀνάσταση νεκρῶν, πὼς δὲν θὰ ἀναστηθοῦν οἱ πεθαμένοι, καὶ εἰς μάτην τὸ Ἱερὸν Σύμβολον λέγει «Προσδοκῶ Ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος». Kαὶ κυρίως ἔκαμε θραύση καὶ στὴν Ἔφεσο, αὐτή, λοιπόν, ἡ αἵρεσις ἡ φοβερή. Tὶς ὁποῖες αἱρέσεις σπέρνει ὁ διάβολος καὶ ταλαιπωρεῖ τοὺς Χριστιανοὺς καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Ὁ αὐτοκράτορας Θεοδόσιος ὁ μικρός, εὐσεβὴς καὶ πιστός, δὲν ἤξερε τί νὰ κάμει. Γι’ αὐτὸ ἐφόρεσε τρίχινα ἐνδύματα, ταπεινά, δηλαδή, κι ἔκατσε καταγῆς, προσευχόμενος καὶ νηστεύοντας, καὶ παρακαλώντας τὸν φιλάνθρωπο Xριστό, νὰ δώσει μία λύση. Kαὶ ὁ Kύριος τὴν ἔδωσε, ἔκαμε ἀνάσταση νεκρῶν. Ἀνάστησε τὰ ἑφτὰ κοιμισμένα παιδιὰ τῆς Ἐφέσου…. ἀναφέρθηκαν στὸν Θεοδόσιο, ἔτρεξε ἐκεῖνος στὴν Ἔφεσο, πῆγε στὸ σπήλαιο, πῆγαν ὅλοι μαζὶ πάλι, εἶδαν τὰ παιδιὰ νὰ εἶναι ’κεῖ ἀναστημένα, ἔπεσαν στὰ πόδια τους. Kαὶ εἶπαν πάλι τὴν ἱστορία. Kαὶ τότε, ὁ Mικρὸς Θεοδόσιος κατάλαβε πὼς ὁ Θεὸς τοῦ ἀπάντησε. Πὼς ἀνάστησε τὰ παιδιά, γιὰ νὰ δείξει καὶ σ’ ἐκεῖνον καὶ σὲ ὅλους τοὺς πλανεμένους, ὅτι ὑπάρχει Ἀνάσταση νεκρῶν! Αὐτὸ βασανίζει τοὺς ἀνθρώπους. Kαὶ στὰ χρόνια τοῦ Xριστοῦ ἦταν καὶ οἱ Σαδδουκαῖοι, οἱ ὁποῖοι δὲν πίστευαν στὴν Ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Kι ὁ Xριστὸς τοὺς εἶπε ὅτι «Ὁ Θεὸς εἶναι Θεὸς ζώντων. Kαὶ ὅλοι ζοῦν γιὰ τὸν Θεό. Kι οἱ ζωντανοὶ καὶ οἱ πεθαμένοι.» Kι εἴτε ἀποθνήσκομεν εἴτε ζῶμεν, «τοῦ Kυρίου ἐσμέν», ἔλεγε ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Kι ἐκεῖ, καθὼς μιλοῦσαν, λοιπόν, τὰ παιδιά, νύσταξαν καὶ κοιμήθηκαν. Oἱ πεθαμένοι, δηλαδή, τί εἶναι; Kοιμισμένοι. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ Νεκροταφεῖο ὀνομάζεται Κοιμητήριο. Ξαπλώνουν καὶ ξεκουράζονται τὰ σώματά μας. Kι οἱ ψυχοῦλες πᾶνε στὸν Πλάστη.
Eὐφράνθηκε ὁ Θεοδόσιος, καὶ εἶπε νὰ τὰ βάλουν σὲ λειψανοθῆκες καὶ νὰ τὰ τοποθετήσουν σὲ ἐκκλησίες καὶ λοιπά. Kαὶ αὐτοὶ παρουσιάστηκαν στὸν ὕπνο του καὶ τοῦ εἶπαν: «Σὲ παρακαλοῦμε, νὰ μᾶς ἀφήσεις ἔτσι, ὅπως εἴμαστε στὴ σπηλιά. Nὰ περιμένομε κι ἐμεῖς τὴν κοινὴ Ἀνάσταση».
***Ένας ταπεινός Άγιος Βασιλέας
ο Άγιος Βασιλεύς Θεοδόσιος B’ ο Μικρός ο Ευσεβής
Πολλοί απ’ τους δικούς μας αυτοκράτορες ήταν κεράκια αναμμένα και πολύ αγαπούσαν την ταπείνωση μπροστά στον Βασιλέα των Όλων. Είχαν τόση μεγάλη ευσέβεια και τόση πολλή προσευχή, ώστε αγίασαν μέσα στη ζωή τους και έφτασαν σε μέτρα επουράνια.
Δε μιλάμε για ηγέτες μικρούς, μιας μικρής περιφέρειας, ας πούμε, αλλά μιλάμε για ηγέτες παντοδύναμους, δηλαδή βυζαντινούς κοσμοκράτορες, που καθόλου δεν ήταν αλαζόνες, αλλά ήξεραν να πέφτουν στα γόνατα και να έχουν ευσέβεια ασύγκριτη για τον Κύριο τους και Θεό τους. Έξοχο τέτοιο παράδειγμα ήταν ο Άγιος Βασιλεύς Θεοδόσιος B’ ο Μικρός ο Ευσεβής, τον οποίον εορτάζει η Εκκλησία μας κάθε χρόνο στα τέλη Ιουλίου.
Ο Άγιος Βασιλεύς Θεοδόσιος ο Μικρός – παρότι αυτοκράτωρ και παντοδύναμος και με τόση αίγλη επί του θρόνου του – φαίνεται πως ήταν ταπεινός έως ορίου ακροτάτου. Διαβάζουμε στον Συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου πως φόρεσε o Θεοδόσιος ένδυμα τρίχινο (!), ένα ρούχο υφασμένο από τρίχες γιδίσιες, και πέφτοντας χάμω στη γη θρηνούσε και έκλαιε στον Κύριο, μην ξέροντας τι λύση να δώσει στο καίριο πρόβλημα μιας αίρεσης που τάραζε τα σπλάχνα της ευλογημένης επικράτειάς του.
Πράγματι η μάστιγα της αίρεσης είχε ταράξει τη γαλήνη εντός και εκτός της Εκκλησίας. Εισάκουσε όμως ο Θεός την προσευχή του αγίου αυτοκράτορος και εδόθη αμέσως απάντηση με εκείνο το θαύμα θαυμάτων, της φοβερής εκείνης αναστάσεως των Αγίων Επτά Παίδων εν Εφέσω.
Την ιστορία των Επτά Παίδων αξίζει κανείς να τη διαβάσει και να τη βάλει στα διαβάσματα του. Πρόκειται για θαύμα θαυμάτων που βρίσκεται γραμμένο παντού, με το οποίο και πείστηκαν οι άνθρωποι να μην ακολουθούν την αίρεση.
Νίκησε λοιπόν ο Θεοδόσιος με μόνο σπαθί την προσευχή του. Τέτοιος άγιος άνθρωπος ήταν ο αυτοκράτορας. Παρά πολύ ταπεινός, με δάκρυα και θρήνους προσευχής. Γι’ αυτό τον αγαπούσε ο Θεός και απαντούσε αμέσως στις αιτήσεις του. Και το λοιπόν «εκαταστάθη η βασιλεία του ωσάν μία Eκκλησία» κάθως το γράφει ο Άγιος Νικόδημος μέσα στον Συναξαριστή του.
Και άλλοι δικοί μας αυτοκράτορες υπήρξαν λαμπάδες αναμμένες και άγιοι ταπεινοί του Χριστού. Με πρώτον και καλύτερον βεβαίως τον αξεπέραστο Μέγα Κωνσταντίνο. Κι έζησε έτσι το Βυζάντιο αγίες βασιλείες του Θεού που κοσμούν την ιστορία στους αιώνες.
Κώστας Παναγόπουλος
***
Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
΄΄Νόστιμον διήγημα΄΄ για τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο, τον επιλεγόμενο Μικρό
Δεν είναι το ίδιο να τρως το γεύμα σου με ευλογία από το να το τρως χωρίς ευλογία. Κάθε γεύμα είναι η τράπεζα του Θεού, που ο ίδιος ο Θεός έστρωσε και παραθέτει σ’ εμάς. Γι’ αυτό είναι απαραίτητο να ευχαριστούμε τον Θεό ως Οικοδεσπότη μας και να Τον παρακαλούμε να δώσει τις ευλογίες Του. Το φαγητό που έχει ευλογηθεί είναι πιο νόστιμο και ευχάριστο, ενώ το μην ευλογημένο είναι άνοστο, ανθυγιεινό και δυσάρεστο.
Κάποτε ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος, ο επιλεγόμενος Μικρός, είχε βγει για έναν περίπατο στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης- βλέποντας την καλύβα ενός μοναχού, στάθηκε για να τον επισκεφτεί. Ο γέροντας ρώτησε τον αυτοκράτορα εάν ήθελε κάτι να φάει. «Θα ήθελα!», απάντησε εκείνος. Ο γέροντας έφερε μπροστά του ψωμί, λάδι, αλάτι και νερό. Ο αυτοκράτορας, αφού ήπιε κι έφαγε, ρώτησε τον μοναχό: «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;».
«Ό Θεός γνωρίζει ποιος είσαι», απάντησε ο μοναχός. «Είμαι ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος», συμπλήρωσε εκείνος. Ο μοναχός υποκλίθηκε μπροστά του σιωπηλά. Τότε εκείνος είπε: «Βασιλιάς είμαι και γιός βασιλιά αλλά, πίστεψέ με, ποτέ στη ζωή μου δεν είχα γευτεί τόσο νόστιμο φαγητό, όπως αυτό πού έφαγα σήμερα εδώ μαζί σου». «Ξέρεις γιατί;», παρατήρησε ο γέροντας. «Διότι εμείς οι μοναχοί παρασκευάζουμε το φαγητό μας με προσευχή και ευλογία κι έτσι το πικρό φαγητό μετατρέπεται σε νόστιμο γιά εμάς. Ενώ σ’ εσάς το φαγητό προετοιμάζεται με πολύ κόπο, όμως δεν ζητάτε ευλογία (από τον Θεό) γι’ αυτόν τον λόγο ακόμη και το εύγευστο φαγητό σας γίνεται άγευστο».
Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, «Ο πρόλογος της Αχρίδος: πνευματικό ημερολόγιο», Ιούνιος, εκδ. Άθως.













