Ορθοδοξία

Την Ανάσταση μπορεί να τη ζήσει μόνον όποιος περάσει μέσα από τον θάνατο. Ας είμαστε «τέκνα φωτός», και τότε ο Χριστός ποτέ δεν θα φύγει μακριά μας, η Ανάσταση θα ζει στις ψυχές μας και η αιώνια ευφροσύνη σ’ ολόκληρο το είναι μας

Αντώνιος Bloom Μητροπολίτης Σουρόζ

Η Ανάσταση είναι μία αποκάλυψη του ελέους, της δυνάμεως, της αγάπης του Θεού αλλά και της μεγαλωσύνης του ανθρώπου. Ο θάνατος δεν μας φοβίζει πιά έχει γίνει η θύρα μας προς την αιωνιότητα, και ξέρουμε ότι θα έρθει μία μέρα που η φωνή Αυτού που έφερε στην ύπαρξη όλα τα όντα, η φωνή του Σωτήρα μας, θα ηχήσει και πάλι θα σταθούμε τότε όλοι ενώπιον του Θεού, περιβεβλημένοι την αιωνιότητα, με μιά σάρκα πού θα είναι μέρος αυτής της αιωνιότητας. Ας εμπιστευθούμε τον λόγο του Θεού, ας ξεπεράσουμε τις αμφιβολίες και τους δισταγμούς μας, ας Τον ακούσουμε να μας μιλά και ας ανταποκριθούμε στον Λόγο Του και στο γεγονός της Αναστάσεώς Του με πίστη και ευγνωμοσύνη!

Σήμερα ο θάνατος έχει γίνει για μας κάτι άλλο, είναι κοίμηση. Όποιος πεθαίνει τώρα, κοιμάται εν Χριστώ, κοιμάται μέχρι την ημέρα πού το σώμα του θα αναστηθεί με την τελική σάλπιγγα, την ημέρα της αναστάσεως των νεκρών. «Μακάριοι οι εν Κυρίω αποθνήσκοντες», όπως λέει ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος στην Αποκάλυψη.

Ανάσταση Σκοτεινή Εκκλησία_Holy Resurrection of Jesus Christ Karanlik kilise_Воскресение Иисуса Христа_cappadocia_1866_(2215893785)Να γιατί για τον Χριστιανό ο θάνατος δεν είναι κάτι τρομερό. Να γιατί κάποιος πού αγαπούσα πολύ μπόρεσε να μου πει: «Να περιμένεις τον θάνατό σου όπως ο νεαρός γαμπρός περιμένει τη νύφη». Με το ίδιο δέος, με την ίδια ψυχική αγαλλίαση μπορούμε να πούμε στον θάνατο: Ελα, άνοιξε για μένα τις πύλες της αιώνιας ζωής, έτσι ώστε η επαναστατημένη σάρκα μου να μπορέσει να βρεί την ειρήνη και η ψυχή μου να ανεβεί στην αιώνια κατοικία του Θεού». Γι αυτό έγκυρα και δικαιολογημένα μπορούμε να διακηρύξουμε «ουδείς νεκρός εν τώ μνήματι». Διότι ο θάνατος έπαψε να είναι φυλακή, τόπος οριστικής και φοβερής αιχμαλωσίας. Έγινε ο τόπος όπου το σώμα ακουμπά περιμένοντας την ανάσταση, ενώ η ψυχή προάγεται, στον βαθμό πού μπορεί, στην αιώνια ζωή…

Ο Απόστολος Παύλος μας λέει: «Να δέχεστε ο ένας τον άλλον, να αγαπάτε ο ένας τον άλλον, όπως σας αγάπησε ο Κύριος». Αλλά συνειδητοποιούμε πώς μας αγάπησε ο Κύριος; Μας αγάπησε τόσο πολύ, ώστε δεν θέλησε να μείνει ένας ξένος για μας και έγινε ένας από μας, ένας ανάμεσα στους πολλούς -και όχι προσωρινά, αλλά για όλη την αιωνιότητα, για πάντα– με όλο τον πόνο και όλη τη φρίκη πού είχε ως συνέπεια αυτή η ένωση.

Όταν ο Λόγος έγινε Σάρξ, η θεϊκή δόξα σβήστηκε. Κανείς δεν τον εγνώριζε. Η νίκη του φάνηκε σαν ήττα. Έγινε εκείνος τον οποίον οι Γραφές περιγράφουν «άνθρωπος εν πληγή ών και ειδώς φέρειν μαλακίαν» (Ησ. 53, 3). Έγινε γιά πάντα ένας από μας. Μπορούμε εμείς, κατά τον ίδιο τρόπο, να γίνουμε ένα με τον κάθε άλλον; Μπορούμε τόσο να αγαπούμε ο ένας τον άλλον ώστε να μπορούμε να πούμε «Για πάντα! Στη θλίψη και στη χαρά, στη δυστυχία και την ευτυχία, ό,τι κι αν συμβεί θα είμαι δίπλα σου για πάντα;». Αν ήταν έτσι, πόσο θαυμάσιος θα ήταν ο κόσμος μας, πόσο υπέροχη θα ήταν η Εκκλησία μας, τι ενορίες θα είχαμε, τι οικογένειες, τι φίλους! Αλλά οι σχέσεις μας θυμίζουν δύο πλοία πού συναντώνται στη θάλασσα διασταυρώνονται και το καθένα ακολουθεί την πορεία του. Δεν έχουμε αρκετό βάθος, ούτε αρκετή πιστότητα, ούτε αρκετή προθυμία για να κάνουμε αυτό πού έκανε ο Χριστός να κατεβούμε στον Αδη, να κατεβούμε στην κόλαση των παθημάτων κάποιου πού αγαπάμε, στην κόλαση των πειρασμών του και του πόνου του, στην κόλαση της τραγωδίας του.

Αντίθετα, στεκόμαστε στην ακτή και του φωνάζουμε: «Προσπάθησε να σωθείς, κολύμπα προς εμένα, θα σου απλώσω το χέρι!». Εμείς όμως οι ίδιοι δεν μπαίνουμε στη δική του κόλαση γι αυτό είναι τρομερό να μιλάμε για αγάπη, όταν είναι τόσο δύσκολο ν’ αγαπήσουμε με την ίδια αγάπη πού μας αγάπησε ο Θεός. Η αγάπη και ο θάνατος είναι αλληλένδετες έννοιες, επειδή αγαπώ σημαίνει ξεχνώ τον εαυτό μου μέχρι εκεί πού να μην υπάρχει για μένα κάποιος άλλος γίνεται τόσο ακριβός ώστε δεν αφήνω τον εαυτό μου να παρεμβληθεί.

Εφ όσον δεν μπορούμε να φθάσουμε εκεί, εγγίζουμε μόνον το κράσπεδο των ιματίων του Κυρίου, μόνο τις παρυφές του φωτός, της εκτυφλωτικής αίγλης και λαμπρότητας της Αναστάσεως του Χριστού. Την Ανάσταση μπορεί να τη ζήσει μόνον όποιος περάσει μέσα από τον θάνατο και φτάσει στην αντίπερα όχθη του θανάτου όχι του θανάτου αυτού του κόσμου, του υλικού, του σωματικού θανάτου, αλλά του θανάτου που ονομάζεται αγάπη και που κάνει τον άνθρωπο ικανό «ίνα την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού» (Ιωάν. 15, 13).

Έτσι λοιπόν, καθώς από Κυριακή σε Κυριακή ακούμε το μήνυμα της Αναστάσεως, να θυμόμαστε τί έχουμε κληθεί να γίνουμε, σ’ αυτή τη γη άνθρωποι αναστημένοι εκ νεκρών εν αγάπη. Αλλά για να συμβεί αυτό, πρέπει να αγαπάμε ο ένας τον άλλον σε τέτοιο βαθμό ώστε να περνάμε τις πύλες του θανάτου, να κατεβαίνουμε δια του σταυρού στον άδη, να μετέχουμε εν αγάπη στα παθήματα των άλλων, να ξεχνάμε τον εαυτό μας και τότε ξαφνικά να ανακαλύπτουμε ότι «Ναι, ζούμε, ζούμε δια της ζωής του Χριστού».

Από το βιβλίο: ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, Εκδ. «Εν πλω»

https://iconandlight.wordpress.com/category/%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%B1/