Το μαχαίρι του Τούρκου θα γενεί νυστέρι να κόψει τη σαπίλα μας… Το νου σας να κρατήσετε την μία και μοναδική πόρτα! Την Αγία Ορθοδοξία! Άγιος παπά Νικόλας Φουστανάκης, παππούς της οσίας Γαλακτίας της Κρήτης

Ὁ Ἅγιος παπά Νικόλαος Φουστανάκης, ὁ παππούς τῆς Γερόντισσας Γαλακτίας, ὁ πατέρας τῆς μητέρας της, ἦταν ἱερεύς. Καί τί ἱερεύς! Ἅγιος! Πνευματικό ἀνάστημα τῶν Ὁσίων Γερόντων τῆς Μονῆς Κουδουμᾶ Παρθενίου καί Εὐμενίου. Ἔζησε ἐν συζυγίᾳ δύο ἔτη καί σέ ὁσιότροπη χηρεία 66 ἔτη. Τόσο πολύ ἐξαγιάσθηκε ὁ νοῦς ἀπό τήν ἄσκηση καί τήν προσευχή, πού ἔλεγε μέ ἀφελότητα καρδίας στά τέλη τῆς ζωῆς του, ὅτι θεωροῦσε τόν ἑαυτό του ἄγαμο, γιατί δέν τόν συνόδευε καμία ἀνάμνηση τοῦ βραχύβιου ἐγγάμου βίου… Ὁ Ἅγιος παπᾶ Νικόλαος Φουστανάκης, ἔφυγε γιὰ τὸν οὐρανὸ 97 ἐτῶν στὶς 7-7-1949.
Ξέρεις, ἐμεῖς οἱ ἱερεῖς, δίνουμε λόγο ἐκεῖ πάνω γιά τήν παρακαταθήκη τοῦ Χριστοῦ πού πιάσαμε στά χέρια μας.
παπᾶ Νικόλας Φουστανάκης
Περιστατικὸ ἀπὸ τὴν ζωὴ τοῦ ὁσίου γέροντα, ἱερέα της Πόμπιας, παπᾶ Νικόλα Φουστανάκη, ὅπως τὴν ἄκουσα ἀπὸ τὴν ἐγγονή του, τὴν γερόντισσα Γαλακτία.
Ὁ παπᾶ Νικόλας Φουστανάκης ἦταν ἅγιος. Παπποῦς ἀπὸ τὴν μητέρα τῆς γερόντισσας Γαλακτίας. Ἔφυγε γιὰ τὸν οὐρανὸ 97 ἐτῶν στὶς 7-7-1949. Λειτουργοῦσε μέχρι τὰ 92 χρόνια του. Τότε οἱ ἱερεῖς δὲν ἔβγαιναν στὴ σύνταξη. Ἦταν ἄμισθοι καὶ κολλημένοι ἰσοβίως στὴν Ἁγία Τράπεζα.
Κάποτε, στὰ βαθειὰ γεράματα τοῦ παπᾶ Νικόλα πῆγε μιὰ γριούλα μὲ πρόβλημα στὴ μνήμη, τύπου ἄνοιας, νὰ κοινωνήσει. Ἔκανε μιὰ ἀπότομη κίνηση καὶ ἔριξε κάτω τὴ θεία κοινωνία. Ὁ παπᾶ Νικόλας ἔντρομος, ἔσκυψε μὲ δάκρυα καὶ λυγμοὺς καὶ καθάρισε μὲ τὴ γλῶσσα του ἀπὸ τὸ πάτωμα τοῦ παλαιοῦ Ἀη Γιώργη, τὸ μέρος τῆς θείας κοινωνίας ποὺ ἔπεσε.
Μετὰ τὴν ὁσιακὴ κοίμηση τοῦ παπᾶ Νικόλα, πρὶν τελεσθεῖ τὸ 40 ἥμερο μνημόσυνό του, τὸν εἶδε στὸν ὕπνο της, ὁλοζώντανο καὶ χαρούμενο ἡ Σφηνιάδαινα, η μητέρα τῆς μεγαλύτερης σήμερα ἡλικιακὰ Πομπιανὴς Ἑλένης Πεδιαδιτάκη. Τὸν εἶδε νὰ περνᾶ, στολισμένος, χαρούμενος καὶ ὁλόλαμπρος ἀπὸ τὴ γειτονιά της. Τὸν προσκάλεσε γιὰ καφὲ ἀλλὰ ἀπάντησε ὅτι δὲν εἶχε χρόνο.
Ἔπειτα τῆς εἶπε:
–Σήμερα παιδί μου εἶχα δικαστήριο.
-Δικαστήριο, θεῖε παπᾶ ἐσύ, ἱερωμένο πρόσωπο; παρατήρησε ἡ Σφηνιάδαινα.
-Θυμᾶσαι, παιδί μου, ὅταν μοῦ ἔριξε ἡ Τιτάκαινα τὰ Ἅγια;
Τὸ θυμᾶμαι θεῖε.
Ε… Σήμερα εἴχαμε τὴ δίκη.
Καὶ τί ἀπόγινε θεῖε Παπᾶ;
Ἀθωοθήκαμε καὶ οἱ δύο. Οὔτε καὶ ἐγὼ ἔφταιγα, δὲν πρόλαβα νὰ στηριχθῶ, οὔτε καὶ ἐκείνη γιατί δὲν ἦταν καλὰ στὸ μυαλό. Μόνο θέλω νὰ πᾶς νὰ πεῖς στὴ κόρη μου (μητέρα τῆς γερόντισσας) νὰ βάλει θυμίαμα καὶ νὰ δοξολογήσει τὸ Θεό. Αὐτὴ μόνο τὴ δυσκολία πέρασα. Ξέρεις, ἐμεῖς οἱ ἱερεῖς, δίνουμε λόγο ἐκεῖ πάνω γιὰ τὴν παρακαταθήκη τοῦ Χριστοῦ ποὺ πιάσαμε στὰ χέρια μας.
Πὼς τὴν διαχειριστήκαμε μὲ τὰ λόγια μας, τὰ χέρια μας καὶ μὲ ὅλη τὴν ζωή μας. Ἀλλοίμονο στὸ βέβηλο καὶ προδότη ἱερωμένο. Μὴ τὰ ρωτᾶς παιδί μου τί παθαίνει ἐκεῖ ποὺ εἶμαι τώρα…
Νά ‘χουμε τὴν εὐχὴ καὶ τοῦ ἁγιασμένου παπποῦ παπᾶ Νικόλα Φουστανάκη καὶ τῆς ἁγιασμένης ἐγγονῆς Γαλακτίας Κανακάκη, ποὺ ἔδωσε ἡ ἠρωοτόκος καὶ ἀγιατόκος Πόμπια (γενέτειρα τοῦ ἀπελευθερωτὴ τῆς Κρήτης ἀπὸ τοὺς Τούρκους Καπετὰν Μιχάλη Κόρακα καὶ τοῦ στενοῦ ἐπιτελείου του) στὴν Κρήτη, στὴν Ἑλλάδα καὶ στὴν Ὀρθοδοξία!!!
Ἀπὸ Εὔα Τορνεσάκη
***
Γερόντισσα Γαλακτία της Κρήτης
Όταν δεν έχεις Θεό, θωρείς τον άλλο εργαλείο για λεφτά, ή κρέας, σκέτο κρέας για τσι βρωμιές σου… Ανε το πιάσομε και τούτονα, δεν θα έχομε τελειωμό… Ένα θα σασε πω: ο παππούς μου ο παπά-Νικόλας, είχε Γεροντάδες τση Πατέρες του Κουδουμά, Παρθένιο και Ευμένιο! Ο Ευμένιος υπόγραψε για να χειροτονηθεί ο παππούς μου. Μας έλεγε ο παππούς μου, ότι του λέγανε ότι θα ξανάρθουνε οι Τούρκοι οθε παε (προς τα μέρη μας). Θα κάνουνε τριήμερο πέρασμα… Θα φύγουνε από τον Άγιο Νικόλαο από το Λασίθι. Τότε, του λέγανε, θα έχει σαπίσει ο τόπος μας από την ξεγυμνωσά (γύμνια), τα διαζύγια, τσι ατιμίες, τσι φόνους των αγέννητων παιδιών (εκτρώσεις) και ανωμαλίες ένα σωρό… Το μαχαίρι του Τούρκου θα γενεί νυστέρι να κόψει τη σαπίλα μας… Θα έρθουνε γιατί από τση Καλούς Λιμένες και κάτω έχει χρυσάφι η θάλασσα και το θένε δικό ντος… Χρυσάφι το λέω, αλλά έχει άλλα πράματα σα ντο χρυσάφι… Του λέγανε οι Άγιο Πατέρες του παππού μου, ότι τότε θα πηγαίνουνε ακόμη και οι σύντεκνοι με τις συντέκνισσες… Κρέατα θα είναι οι πλια πολλοί… Μας έλεγε ο παππούς μου ότι το πιο βαρύ από ετούτα τα αμαρτήματα, είναι να μαγαρίσουνε οι αθρώποι το Άγιο Μύρο! Ξέρετε τί θα πει Άγιο Μύρο; Είναι η φλόγα της Πεντηκοστής… Γι’ αυτό έλεγαν οι παλιοί: «του μυροντικού μας συντέκνου δεν πατούμε το ζάλο του (το αποτύπωμα του παπουτσιού του)».Τόσο σεβασμό είχανε! Άκουγα κοπελίτσα να συμβουλεύει ο παππούς μου και να λέει σε νέους ανθρώπους, πως του έλεγαν οι Άγιοι του Κουδουμά ότι όταν μαγαρίσει κάποιος το Άγιο Μύρο και τη Χάρη του Γάμου με ανώμαλα έργα μεταξύ ντος οι παντρεμένοι, τότε έχομε τα πιο βαριά αμαρτήματα γιατί τα βάνουνε με το ίδιο το Άγιο Πνεύμα… Γάμος και βάπτιση σημαίνει Άγιο Πνεύμα! Και είναι η μεγαλύτερη βλαστημία να κάνομε στο όνομα του Αγίου Πνεύματος έργα του σατανά! Τώρα εγενήκαμε χειρότεροι από χοίρους, γιατί και οι σωστοί ιερωμένοι φοβούνται να διδάξουνε και μερικοί μεγάλοι τση Εκκλησίας πάνε με το κράτος και τση πολιτικούς και το πνεύμα του κόσμου…
Αυτά που μου είπε ο παππούς μου για τσι Τούρκους, τα είδα κι εγώ η ελεεινή για να πιστέψω και να μετανοήσω… Όταν άκουγα τον παππού μου να λέει τσι ιστορίες των γεροντάδων του, έλεγα συντουνούς μου (με το νου μου). «Μα είναι δυνατόν;». Τώρα τα είδα και κλαίω και παρακαλώ να μη γενούνε ή τουλάχιστο να ’ρθει το κακό λιγότερο, γιατί θα τσι πιάσει όλους στον ύπνο… Ο παππούς μου έλεγε: «Όσοι θα εξομολογούνται σωστά την εποχή εκείνη και θα έχουνε το όνομα του Χριστού στα χείλη ντος, θα πάνε οθε ντο Ψηλορείτη, Ζαρό και πάνω και στο Κόφινα και στα Παρακόφινα (κορυφές των Αστερουσίων ορέων) και θα σωθούν…»
Απομαγνητοφώνηση, Διασκευή – Επιμέλεια: Εύα Τορνεσάκη
***
Ο παππούς μου (ο παπα-Νικόλας) έλεγε όταν εψυχομάχε: «Ευτυχώς που δεν θα ζω τα επόμενα χρόνια… Μου έδειξε ο Θεός πράματα που ο νους σας δεν τα βάνει… Και ο γάμος θα γενεί αποσφούγγισμα (χαρτί υγείας χρησιμοποιημένο)». Πάντα σκεφτόμουν τί εννοούσε ο παππούς μου. Τώρα τελευταία τον είδα! Ολόλαμπρο! Μου είπε να βάνω πολλούς νεκρούς στην προσευχή μου! Το διαπίστωσα κι εγώ μέσα από την καρδιά τί βοήθεια θέλουν! Κάποτε, σαν να τρυπά η γη και βγαίνουν μυριάδες και περνούν από μπροστά μου και ζητούν βοήθεια.
Και μου εξήγησε ο παππούς μου: «Νόμιζα, παιδί μου, όσο ζούσα στη γη, πως τους βοηθά μόνο η προσκομιδή. Αυτό βέβαια είναι το μείζον. Όμως και το κομβοσχοίνι και το ψαλτήρι βοηθούν πολύ τις ψυχές…»
Τον ρώτησα: «Τί εννοούσες παππού όταν έφευγες και έλεγες ότι ο γάμος θα γενεί αποσφούγγισμα;» «Θα κάνουν παιδί μου τα έργα των κίναιδων (ομοφυλόφιλων) και θα πονέσει πολύ το Άγιο Πνεύμα (η Χάρις του Μυστηρίου). Θα μαγαρίσει η φύση και το αίμα των ανθρώπων…». Ήταν και δάσκαλος ο παππούς μου και μιλούσε ωραία. Μου είπε ακόμη: «Τα σκοτώματα των αγέννητων παιδιών (εκτρώσεις), αυτά τα ανώμαλα έργα που σου είπα και οι σατανισμοί, άλλαξαν πολύ την δημιουργία του Θεού! Έγινε η ανθρωπότητα όμοια με το σατανά! Αίματα θα τα καθαρίσουν αυτά…».
Έλεγε ακόμη ο παππούς μου όταν ήταν να πεθάνει, ότι θα κάνουν παρέλαση οι ασερνικοκοίτες σαν τους ευζώνους. Και θα θεωρούν οι κυβερνήτες τα πρώτα κεφάλια της Ελλάδος αυτούς… Τότε, είπε, θα έρθουν μεγάλες συμφορές… Να ξέρετε και κάτι άλλο: Αλλοίμονο στους άδικους, στους εκμεταλλευτές εργοδότες. Για κομμάτι ψωμί εκμεταλλεύονται και τυραννούν φτωχαδάκια που ζητούν λίγη δουλίτσα για τα παιδάκια τους… Ανασφάλιστους τους έχουνε ορισμένοι… Είλωτες! Αυτοί θα ζήσουνε την φρικτότερη κόλαση και επά και παρέκει (και εδώ και στην αιωνιότητα)…».
***
Κάποτε τὸ 1922, ἀρρώστησε βαριά, μικρὸ κοριτσάκι ἡ μεγάλη μου ἀδελφή. Ὁ πατέρας μου, ἦταν στρατιωτικὸς γιατρὸς στὴν Μικρασιατικὴ ἐκστρατεία. Ὁ παππούς μου ἀπευθύνθηκε σὲ ἄλλο νεαρὸ τότε γιατρὸ τῆς Πόμπιας. Ἦταν καὶ σύντεκνος τῶν γονέων μου. Ὁ γιατρὸς αὐτὸς ἦταν πολὺ καλὸς ἄνθρωπος καὶ πολὺ ἐλεήμων ἀλλὰ πικραμένος. Θύμωνε ἐναντίον τοῦ Θεοῦ γιατί ἔχασε νωρὶς τὴν γυναίκα του. Ἐξέτασε τὸ παιδί, τὴν ἀδελφή μου, καὶ εἶπε στὴν μάνα μου καὶ στὸν παππού μου ὅτι ἡ ἐπιστήμη ἀδυνατεῖ νὰ βοηθήσει. Τὸ μόνο ποὺ ἔχουν νὰ κάνουν εἶναι, νὰ ἀποτανθοῦν στὸν Χριστὸ καὶ στὴ μητέρα Του (τοὺς κατονόμασε μὲ ὑβριστικὰ λόγια) καὶ ἂν ὑπάρχουν, νὰ ἐπέμβουν καὶ νὰ βοηθήσουν. Ὁ παππούς μου κατελήφθη ἀπὸ ἱερὴ ἀγανάκτηση. Τὸν πέταξε ἔξω βίαια καὶ τοῦ εἶπε: «Τί εἶπες μωρέ; Ἔκανα πολλὰ χρόνια μὲ τὴν Τουρκιὰ καὶ τέτοια λόγια δὲν ἄκουσα γιὰ τὸν Κύριο καὶ τὴν Θεοτόκο. Καὶ ἐσὺ βαπτισμένος καὶ μυρωμένος λὲς τέτοια λόγια; Αὐτὴ μωρὲ ἡ Παναγία θὰ κάνει καλὰ τὸ παιδί μας! Ἀλλὰ ἡ ἀσθένεια θὰ πέσει πάνω σου γιὰ νὰ παιδαγωγηθεῖς!». Ἡ μάνα μου τοῦ φώναξε: «μὴ πατέρα! Εἶναι σύντεκνός μας». Καὶ ὁ παππούς μου, τῆς ἀπάντησε αὐστηρά: «αὐτὸς μωρὲ βρίζει Αὐτὸν ποὺ κρύβεται στὸ Ἅγιο Μύρο καὶ ἐσὺ σκᾶς γιὰ τὴν συντεκνιά;». Πῆρε τὸ μπαστουνάκι του καὶ ἀνηφόρισε στὸν ἱερὸ βράχο τῆς Πόμπιας στὴν Παναγία τὴν Καληωρίτισσα. Τὸν ἀκολούθησαν κρυφὰ κάποιες γειτόνισσες. Ἡ Κατερίνα ἡ Στεφανάκη καὶ ἄλλες. Γονάτισε στὴ μέση της Ἐκκλησίας καὶ μὲ λυγμοὺς εἶπε:
«Κυρία τῶν Ἀγγέλων! Πολλὰ χρόνια σὲ ὑπηρετῶ! Ρουσφέτι δὲν σοῦ ζήτησα ἀλλὰ σήμερα σοῦ ζητῶ! Γιάτρεψε τὸ παιδί μας γιὰ νὰ δείξεις ὅτι εἶσαι ἡ Ἀρχιγιάτρισσα. Γιὰ νὰ καταισχυνθοῦν οἱ ὑβρίζοντες σε καὶ νὰ χαρεῖ καὶ ἡ δική μου πονεμένη καρδιά…».
Ἔπειτα κατηφόρισε. Βρῆκε τὸ παιδί, ζωογονημένο νὰ παίζει στὴν αὐλή! Ὁ γιατρὸς τὴν ἴδια μέρα ἀρρώστησε. Δὲν δέχτηκε τὸν παππού μου νὰ τοῦ διαβάσει συγχωρητικὴ εὐχή. Δὲν ἐλευθερώθηκε, παρὰ μόνο ὅταν κάλεσε τὸν παππού μου καὶ ὁμολόγησε: «Γέροντα, προσκυνῶ Πατέρα, Υἱὸν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα Τριάδα Ὁμοούσιον καὶ Ἀχώριστον»! Ἐξομολογήθηκε καὶ ἔλαβε τὴν Θεία Κοινωνία!
Ὅταν ἔγινε τὸ 1924 ἡ ἀλλαγὴ τοῦ ἡμερολογίου, προβληματίσθηκε πολὺ νὰ ἀκολουθήσει τὸ Νέο Ἡμερολόγιο. Αἰτία ἦταν μία παραγγελία τοῦ Ὁσίου Παρθενίου: «θὰ ἔρθουν Πατριάρχες καὶ Δεσποτάδες, ποὺ θὰ σᾶς ποῦν πὼς ἡ Ἐκκλησία ἔχει τὸ ἴδιο κέντρο καὶ πολλὲς πόρτες. Κέντρο ἕνας Θεὸς καὶ μπασὰ (πόρτα) καὶ ἀπὸ τὴν μπάντα (πλευρὰ) τοῦ Πάπα, τοῦ Καλβίνου καὶ ὅλων τῶν αἱρετικῶν! Τὸ νοῦ σας νὰ κρατήσετε τὴν μία καὶ μοναδικὴ πόρτα! Τὴν Ἁγία Ὀρθοδοξία!».
Στὴν ἀνομβρία ἢ στὶς ἐπιδημίες εἴχαμε τὶς λιτανεῖες. Ἔδινε ἐντολὴ γιὰ αὐστηρὴ νηστεία μίας ἑβδομάδας, συμφιλιώνονταν ὅσοι εἶχαν ἔχθρα καὶ ἐξομολογοῦνταν ὅλο τὸ χωριό. Ἔπειτα γινόταν ἀγρυπνία. Τὸ πρωὶ παίρνανε τὰ ἑξαπτέρυγα καὶ τὶς εἰκόνες. «Πήρατε καὶ ὀμπρέλες;» ρώταγε ὁ παππούς μου. «Ἂν δὲν πάρετε ὀμπρέλες δὲν ξεκινᾶμε. Ποῦ εἶναι ἡ πίστη σας;».
Θυμᾶμαι μικρὸ παιδὶ κάποτε καὶ γονάτισαν γιὰ πρώτη φορὰ στὴν πρώτη μικρὴ πλατεία, ἐκεῖ ποὺ εἶναι τὰ καφενεῖα. Ὁ παππούς μου διάβασε εὐχές. Τὰ δάκρυά του ἔτρεχαν ποταμός. Στὴν πλατεία τοῦ Σταυροῦ ξαναγονάτισαν. Μετὰ τὶς εὐχές, συναπαρμένος ὁ παππούς μου ἀπὸ ἱερὸ ζῆλο, ὕψωσε τὰ χέρια του καὶ φώναξε: «Σὲ ἱκετεύω Κύριε μὲ τοῦτα τὰ χέρια, ποὺ πενήντα χρόνια δὲν μαγάρισαν ἀπὸ τὶς ἡδονὲς τῆς γῆς»! Ἦταν σὲ χηρεία ἀπὸ 30 χρονῶν. Ἀμέσως, ἀπὸ τὸ πουθενὰ ξεπετάχτηκαν σύννεφα. Μαύρισε ὁ οὐρανός. Ὅταν φθάσαμε στὴν Ἁγία Παρασκευὴ στὸ πανωχώρι, ἄρχισε κατακλυσμιαία βροχή! Ἡ φωνὴ τοῦ παπποῦ μου ἐπιτακτική: «μὴν κινηθεῖ κανείς! Θὰ ὁλοκληρώσουμε τὴν λιτανεία! Θὰ ἐπιστρέψουμε στὴν Ἐκκλησία νὰ χτυπήσουμε χαρμόσυνα τὶς καμπάνες καὶ νὰ δοξολογήσουμε τὸν Θεόν! Σᾶς ἐγγυοῦμαι ὅτι δὲν θὰ κρυώσει κανείς»! Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ἔδιωξαν καὶ τὸ 1919 τὴν φονικὴ γρίπη ἀπὸ τὸ χωριό!
Θυμᾶμαι ὁ παππούς μου ὁ παπὰ Νικόλας, δὲν ἔβαζε «εὐλογητὸς» εἰδικὰ τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα, ἂν δὲν ἐρχόταν καὶ ὁ τελευταῖος χωριανός. Ἔβγαζε τὴν Μεγάλη Πέμπτη τὸ βράδυ τὸν Ἐσταυρωμένο μὲ δάκρυα καὶ λυγμούς. Συνέπαιρνε ὅλο τὸ ἐκκλησίασμα. Ἐρχόταν οἱ ξωμάχοι τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ στὰ ἀπόδειπνα μὲ τὰ ροῦχα τῆς δουλειᾶς, βρακοφόροι, μὲ τὰ στιβάνια, τὰ σαρίκια καὶ τὰ μεϊτανογέλεκα. Κάνανε μετάνοιες. Ὅταν κοινωνοῦσαν ζητοῦσαν συγχώρηση ἀπ’ ὅλο τὸ ἐκκλησίασμα. Ὁ παππούς μου παρατήρησε μία Μεγάλη Παρασκευὴ βράδυ ὅτι σείσθηκε μὲ βοὴ ἡ Ἐκκλησία, ὅταν δρασκέλισε κάποιος τὸ κατώφλι της. Ὁ κόσμος δὲν κατάλαβε. Νόμισαν πὼς ἦταν σεισμός. Ἔγινε ὀχλοβοὴ καὶ ἀναστάτωση. Ὁ παππούς μου κατάλαβε. Καθησύχασε τὸν κόσμο. Ἔστειλε τὰ παιδιὰ τοῦ Ἱεροῦ, τὸν Βαγγέλη Φουστανάκη νομίζω, νὰ ποῦν διακριτικὰ στὸν ἄνθρωπο νὰ πάει στὸ Ἱερό. Ὅταν πῆγε, τὸν ρώτησε: «τί ἔκανες σήμερα καὶ διαμαρτυρήθηκε ὁ Ἄη Γιώργης στὴ μπασά σου;». Ὁμολόγησε ὅτι μόλυνε τὴ γυναίκα του. Τοῦ εἶπε: «ἡ μέρα αὐτὴ εἶναι ἀσάλευτη καὶ ἱερή. Μία ἁμαρτία αὐτῆς τῆς φοβερῆς μέρας ἰσοδυναμεῖ μὲ ὅλες τὶς ἁμαρτίες τῆς χρονιᾶς. Μοῦ μαγάρισες τὸ χωριό. Θὰ φύγεις ἀπόψε ἐκτὸς χωριοῦ. Θὰ γενεῖς ξοῖκος (ἔξω οἰκισμοῦ). Θὰ πᾶς στοὺς Καλοὺς Λιμένες πενήντα ἡμέρες. Μέχρι νὰ περάσει τὸ Πεντηκοστάριο. Θὰ κάνεις τὸν κανόνα ποὺ θὰ σοῦ πῶ. Τοῦ χρόνου θὰ κοινωνήσεις. Τὸ κάνω γιὰ νὰ προστατεύσω ἀπὸ τὴν κακὴ ἐνέργεια τὸ σπίτι σου καὶ τὸ χωριό…». Ἔσκυψε τὸ κεφάλι καὶ εἶπε: «εὐλογημένο Γέροντα»! Καὶ ἔκανε ὅ,τι τοῦ εἶπε…
Παραγγελνε ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη τὴν βραδιά τῆς Τυρινῆς:
«Συγχωρεθεῖτε ὅλοι μεταξύ σας. Νὰ ’χετε τὴν εὐχή μου καὶ νὰ ‘σθὲ συχωρεμένοι κι ἀπὸ μένα. Ἀλαδία νὰ κρατήσετε ἐκτὸς Σαββατοκύριακου. Ἑξαιροῦνται οἱ ἡλικιωμένοι ,οἱ ἔγκυες καὶ αὐτοὶ ποὺ ἔχουν ἀσθενικὴ κράση. Καὶ χώρια οἱ παντρεμένοι ὅλη τὴν Σαρακοστή».
Ὅταν ἔφυγε ὁ παππούς μου ὁ παπὰ Νικόλας γιὰ τὸν οὐρανό, ἤμουν δίπλα του 23 ἐτῶν κοπέλα. Εἶδε τὸν Μέγα Ἀρχιερέα τὸν Βασιλέα τῶν βασιλευόντων καὶ Κύριο τῶν κυριευόντων! Ἄστραψε ὁ κόσμος, ὅπως μᾶς εἶπε. Τοῦ ζήτησε τὰ διαβατήριά του καὶ τριῶν ἀνδρῶν ἀκόμη. Τοῦ εἶπε ὅτι κατὰ «τὴν 3ην μεταμεσονύχτιον θὰ ἀναχωρήσει ὁ γέρων»! Ὄντως ἔτσι ἔγινε! Γλυκόφθογγες ἀγγελικὲς σάλπιγγες ξύπνησαν τὸ χωριό. Τὶς ἄκουσα κι ἐγὼ καὶ ἡ μικρὴ ἀδελφή μου ἡ Ἐλισάβετ. Μᾶς εἶπε ὁ παππούς μου ὅτι τὸ σημεῖο τοῦ θανάτου του, θὰ τὸ δοῦμε μέσα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Ὁ ναὸς φωταγωγήθηκε ἔντονα, τότε τὸ σκοτάδι ἦταν πυκνό, ρεῦμα δὲν ὑπῆρχε, ἀπὸ μία λαμπάδα ποὺ βρέθηκε ἀναμμένη! Ἀπ’ αὐτὴ τὴν λαμπάδα ἀνάψαμε τὰ κεριὰ στὸ σπίτι. Μία γριὰ γειτόνισσα τῆς Ἐκκλησίας, εἶδε τὴν νύχτα ἐκείνη φωταγωγημένο ἔντονα τὸν Ἅη Γιώργη καὶ ξεσήκωσε τὸ χωριό. Νόμιζε πὼς καιγόταν ἡ Ἐκκλησία. Ὁ παππούς μου ἔλαμπε καὶ προφήτευε. «Θὰ δεῖτε, εἶπε, μία μεγαλόπρεπη Ἐκκλησία νὰ κτίζεται κάτω ἀπὸ τὴν ἤδη ὑπάρχουσα τοῦ Ἄη Γιώργη. Ἐκεῖ ποὺ εἶναι τώρα ἡ ἀστυνομία. Θὰ ‘ναι Ἅγιος Γεώργιος καὶ αὐτή. Καὶ στὸ ἐνδιάμεσο τῶν δύο Ἐκκλησιῶν ἕνα ψηλὸ κτήριο μὲ πατώματα πατώματα…δὲν ξέρω τί εἶναι». Ἔβλεπε τὸ κτίσμα ποὺ στεγάζει τὸ ψηλὸ ρολόι τῆς Πόμπιας.
Ὅταν ἔγινε ἡ ἐκταφὴ τοῦ παπποῦ μου, τοῦ παπᾶ Νικόλα, εὐωδίαζε πολύ. Πῆραν οἱ χωριανοὶ τὰ μικρὰ τεμάχια τῶν λειψάνων του. Ἄφησαν μόνο τὴν κάρα του καὶ τὰ μεγάλα ὀστᾶ.
Aπό Μαρία Δασκαλάκη Φιλόλογο.
Κάτοικο Ηρακλείου Κρήτης














