Κόσμος

Το μοναστήρι – φάντασμα της Μεσσηνίας. Ξεκίνησε να χτίζεται το 1887 από έναν χωρικό που έγινε ασκητής σε μια σπηλιά. Γιατί είναι εγκαταλελειμμένο (drone)…

Στους Γαργαλιάνους Μεσσηνίας ο χρόνος μοιάζει σαν να έχει σταματήσει. Μέσα στην πυκνή βλάστηση της ερημιάς, ξεπροβάλει ένας εντυπωσιακός «ιερός λαβύρινθος». Το μοναστήρι του Ασκητή δεν λειτούργησε ποτέ. Το μέγεθος και η ασυνήθιστη αρχιτεκτονική του ωστόσο, καλεί και τον πιο απομακρυσμένο από την θρησκεία να αναζητήσει την ιστορία του.Σύμφωνα με τον θεολόγο Παναγιώτη Γλιάτα, η ιστορική πορεία του «Ασκηταριού» των Γαργαλιάνων αρχίζει το 1887….

Ο 27χρονος τότε Αθανάσιος Στράγκας, ένας εργάτης γης από το χωριό Σούλος Μεγαλοπόλεως, αρρώστησε από φυματίωση. Έχοντας τον ανεκπλήρωτο πόθο της ασκητικής ζωής από μικρός, μετέβη μόνιμα σε ένα μικρό σπήλαιο στη θέση «Καραντίνα» στους Γαργαλιάνους….

Ο ασκητής του σπηλαίου Ο Αθανάσιος ως μη ρασοφόρος ασκητής εγκαταστάθηκε εκεί, ξεπέρασε την ασθένειά του και συνέχισε να εργάζεται ως εργάτης γης στα κτήματα των ντόπιων. Μέσα από αυτή του τη δραστηριότητα μάζεψε χρήματα και αγόρασε σιγά σιγά εκτάσεις γύρω από το φυσικό του «σπίτι». Ταυτόχρονα, έσκαβε όλο και πιο βαθιά το σπήλαιο με την προοπτική να κάνει ναό, αφιερωμένο στην Αγία Τριάδα. Έφτιαξε ακόμα δύο μικρά δωμάτια, μια αποθήκη και μία στέρνα για να έχει νερό. Ήταν αγαπητός στην περιοχή και μόνο κάποιοι περιστασιακοί διαπληκτισμοί τον έφεραν σε αντίθεση με περιοίκους για τον τόπο βοσκής των αιγοπροβάτων τους. Όπως έλεγε, του κατέστρεφαν ότι είχε φυτέψει. Τα χρόνια περνούσαν, τα παιδιά που είχε αφήσει πίσω στο χωριό μεγάλωσαν και σιγά σιγά ο Αθανάσιος απέκτησε εγγόνια. Το 1933 ένας εκ των εγγονών του χειροτονήθηκε άγαμος κληρικός. Αυτός ο μετέπειτα αρχιμανδρίτης Θεόκλητος Στράγκας έλαβε κατά την υπηρεσία του ως κληρικός σημαντικές θέσεις στην εκκλησιαστική διοίκηση (Γραμματέας της Ιεράς Συνόδου, πρωτοσύγκελλος Μητροπόλεων κ.ά.), γνώριζε την περιοχή καλά και είχε πολύ καλές σχέσεις με αρκετούς κατοίκους. Ένας από αυτούς ήταν ο εφημέριος της Παναγίας των Γαργαλιάνων παπα – Γιάννης Σταυριανόπουλος. Ο θάνατος του ασκητή Τον χειμώνα του 1936 ο ηλικιωμένος πια ασκητής, πηγαίνοντας από Γαργαλιάνους προς τη σπηλιά, γλίστρησε σε μία πλαγιά. Οι ντόπιοι έσπευσαν να τον βοηθήσουν, παρέχοντάς του μία στοιχειώδη φροντίδα. Η κατάστασή του όμως επιδεινώθηκε και λίγους μήνες αργότερα, στις 14 Μαρτίου 1937, άφησε την τελευταία του πνοή. Ετάφη στο αγαπημένο του ασκητήριο από τον παπα-Γιάννη, σε τάφο που είχε λαξεύσει ο ίδιος πάνω στον βράχο. Μετά τον θάνατό του, ο χώρος ερήμωσε, καθώς κανείς από τους κληρονόμους του δεν ήταν διατεθειμένος να ζήσει στην περιοχή. Υπήρξαν σκέψεις να πωληθεί η έκταση και ο ναός-σπήλαιο να δοθεί ως ξωκκλήσι στον ναό της Παναγίας των Γαργαλιάνων, κάτι το οποίο δεν έγινε. Το ερειπωμένο εσωτερικό του μοναστηριού. Το έργο ανοικοδόμησης Στις 15 Ιανουαρίου 1950 δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Σημαία» της Καλαμάτας ένα άρθρο του Σωτήρη Λυριτζή με τίτλο «Ένας Ασκητής». Ο δημοσιογράφος παρουσίασε το πρόσωπο του ασκητή «μπαρμπα-Θανάση» ως έναν ευσεβή και ιδιαίτερα συμπαθή άνθρωπο. Αυτό στάθηκε ως αφορμή να ενδιαφερθεί περισσότερο για το «ασκηταριό» ο αρχιμανδρίτης Θεόκλητος Στράγκας. Ένιωσε την ανάγκη να προβάλει την προσωπικότητά και την ιστορία του παππού του. Έτσι, τύπωσε ένα μικρό βιβλιαράκι που εξιστορούσε τον βίο του «Αγίου» ασκητού, έκανε ανακομιδή των λειψάνων του με την παρουσία πλήθους κόσμου και αποφάσισε να ξεκινήσει την ανακαίνιση-ανοικοδόμηση του «ασκηταριού». Το 1968 ξεκίνησαν επίσημα τα έργα ανοικοδόμησης, αφού νωρίτερα με τη βοήθεια της Νομαρχίας είχε φτιαχτεί ο επαρχιακός δρόμος. Το μεγαλύτερο μέρος των έργων ολοκληρώθηκε δέκα χρόνια μετά, αν και μικρότερες επεμβάσεις συνέχισαν μέχρι το 1988. Αρχιτέκτονας και εργολάβος ήταν ο ίδιος ο αρχιμανδρίτης. Συνήθιζε να κατεβαίνει τακτικά στο «ασκηταριό», να επιβλέπει, να δίνει οδηγίες στους μαστόρους κι έπειτα να επιστρέφει στα καθήκοντά του στην Αθήνα στην ενορία του Αγίου Κωνσταντίνου Ομονοίας που ήταν εφημέριος….

Το ερειπωμένο εσωτερικό του μοναστηριού. Τα γκρίζα σύννεφα Όπως ήταν φυσικό, το γεγονός ότι ο Θεόκλητος αδυνατούσε να είναι διαρκώς παρών συχνά προκαλούσε παρανοήσεις, αυθαιρεσίες και τακτικούς διαπληκτισμούς. Αποκορύφωμα υπήρξε η καταγγελία ενός ντόπιου στη Χωροφυλακή Γαργαλιάνων για το αυθαίρετο των κατασκευών στο σπήλαιο. Η διένεξη έφτασε στις δικαστικές αίθουσες, όπου ο αρχιμανδρίτης εν τέλει αθωώθηκε. Μετά από αυτό, ο Θεόκλητος ξεκίνησε τις ενέργειες προκειμένου να δοθεί νομική υπόσταση στο «ασκηταριό». Έτσι, οι κληρονόμοι του ασκητή, αρχιμανδρίτης Θεόκλητος Στράγκας, Ευσταθία Γκούμα και Θεοδώρα Καραλή, υπέβαλαν στον μητροπολίτη Τριφυλίας και Ολυμπίας Στέφανο έγγραφο με το οποίο ζητούσαν να αναγνωρισθεί το «ασκηταριό» ως ίδρυμα με το διακριτικό τίτλο «Ησυχαίαι Εστίαι Ασκητηρίου Γαργαλιάνων ‘Η Αγία Τριάς’». Η σύσταση του ιδρύματος αυτού σκοπό είχε «…να στεγάση εις τα υπό των ιδρυτών αυτού δωρούμενα πέντε αυτοτελή οικήματα πρόσωπα επιθυμούντα και δυνάμενα να μιμηθώσι τον επί πεντηκονταετίαν εν τω σπηλαίω ασκητηρίω του οσίως Αθανάσιον Στράγκαν…». Όρος βασικός γι’ αυτά τα πρόσωπα ήταν να μην γίνουν μοναχοί, αλλά ως λαϊκοί να διάγουν μοναχικό βίο, όπως και ο ασκητής Αθανάσιος. Ο μητροπολίτης Στέφανος έστειλε το έγγραφο στην Ιερά Σύνοδο, η οποία, μετά από εισήγηση της Επιτροπής Νομοκανονικών ζητημάτων «…απέρριψε την ίδρυσιν του εν λόγω ιδρύματος ως ξένου και οθνείου προς το Μοναχικόν δίκαιον της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας». Μετά την άρνηση αναγνωρίσεως με αυτή τη μορφή από την Ιερά Σύνοδο, οι κληρονόμοι ζήτησαν την ανάκληση της ιδρυτικής πράξεως και από το Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας. Το 1982, ο Θεόκλητος επανήλθε, ζητώντας με έγγραφό του από τον μητροπολίτη να αναγνωρισθεί ο τόπος ως «Ιερό Προσκύνημα». Μετά τις σχετικές ενέργειες του μητροπολίτη Στεφάνου, το 1985 δημοσιεύτηκε στην «Εφημερίδα της Κυβερνήσεως» και στο περιοδικό «Εκκλησία» ο -προσωρινός- διοικητικός και διαχειριστικός Κανονισμός για το «Θεόκλητο Ιερόν Προσκύνημα Η Αγία Τριάς Ασκητηρίου Γαργαλιάνων» που προέβλεπε, μεταξύ άλλων, τη σύνταξη Εσωτερικού Κανονισμού από την Διοικούσα Επιτροπή μετά την Καθιέρωση του Ναού και τα εγκαίνια του Ιδρύματος. Η Διοικούσα Επιτροπή αποτελείτο από: α) τον εκάστοτε μητροπολίτη ως Πρόεδρο, β) τον αρχιμανδρίτη Θεόκλητο Στράγκα, γ) τον εκάστοτε αρχιερατικό επίτροπο Γαργαλιάνων, δ) ένα μέλος της οικογένειας Ευσταθίας Γκούμα, ε) ένα μέλος της οικογένειας Θεοδώρας Καραλή και στ) τον εκάστοτε δήμαρχο Γαργαλιάνων. Ο διορισμός των μελών έγινε αμέσως μετά από τη δημοσίευση του κανονισμού, χωρίς όμως ποτέ να γίνει κάποια συνεδρίαση από αυτά. Από την άλλη η ψιλή κυριότητα του προσκυνήματος παρέμεινε στους απογόνους του ασκητή Αθανάσιου Στράγκα. Το μοναστήρι του Ασκητή δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Εγκατάλειψη Το Ιερό Προσκύνημα ποτέ δεν εγκαινιάσθηκε από τη Μητρόπολη γιατί δεν μπόρεσαν οι εμπλεκόμενοι να βρεθούν σε συμφωνία για τον εσωτερικό κανονισμό. Έτσι, η συνεργασία των κληρονόμων με την Μητρόπολη έφτασε απλώς μέχρι το σημείο της δημοσίευσης του κανονισμού και του διορισμού των μελών της διοικούσας Επιτροπής. Ήταν εμφανές στη μητρόπολη πως ο Θεόκλητος δεν ήθελε την πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή να την έχει η Διοικούσα Επιτροπή, παρά μόνο τη διαχειριστική. Αργότερα, ο αρχιμανδρίτης επικαλέστηκε την ασυμφωνία Εκκλησίας – Πολιτείας για την εκκλησιαστική περιουσία (επί Αντώνη Τρίτση) φοβούμενος μήπως η Πολιτεία καταφέρει και πάρει τη μοναστηριακή περιουσία, δηλαδή και το «ασκηταριό». Όταν όμως και αυτή η κρίση μεταξύ των δύο θεσμών έληξε, λύση στο θέμα της πλήρους κυριότητας δεν βρέθηκε. Το 1989 ο αρχιμανδρίτης Θεόκλητος αναχώρησε για την Αθήνα και εκεί ήλθε σε επαφή με μία ομάδα καθαιρεμένων κληρικών του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας που είχαν έδρα στην Αμερική. Ένα χρόνο μετά, σε ηλικία ογδόντα ετών χειροτονήθηκε επίσκοπος από αυτή τη σχισματική ομάδα, αποκόπτοντας έτσι τον εαυτό του από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Πριν όμως επικυρωθεί από την Ιερά Σύνοδο η καθαίρεσή του, πέθανε. Η κηδεία του έγινε στον Άγιο Κωνσταντίνο Ομονοίας και η ταφή του στο Γ΄ νεκροταφείο Αθηνών, κλείνοντας έτσι ένας κύκλος προσπαθειών να καθιερωθεί από την Εκκλησία ο ναός και να εγκαινιαστεί επίσημα η όποια υπόσταση αυτού του συγκροτήματος ως εκκλησιαστικού καθιδρύματος. Στη συνείδηση του κόσμου έμεινε ως «ασκηταριό» ή ως «Μοναστήρι του Ασκητή». Από μακριά η όψη του προκαλεί δέος και θαυμασμό. Αν κάποιος πλησιάσει, αντιλαμβάνεται ότι στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα δαιδαλώδες ερείπιο. Ένα φιλόδοξο «ιερό όραμα» που δεν εκπληρώθηκε ποτέ και ακόμα αναμένει έναν νέο ιδιοκτήτη να το ζωντανέψει, δίνοντάς του μια τελική μορφή. Δείτε το βίντεο που ετοίμασε ο  Up Stories από το εντυπωσιακό μοναστήρι-φάντασμα των Γαργαλιάνων: …

 

πηγή