Το τζάκι μου έμαθε να μην ξεχνάω… Οι αναμνήσεις του καίνε ακόμα μέσα μου

Σήμερα ο ήλιος έπεσε νωρίς πίσω από τα βουνά και το κρύο μπήκε από τις χαραμάδες. Άναψα το τζάκι – το καινούργιο, το ηλεκτρικό, που δεν μυρίζει ξύλο και δεν σιγοτρίβει τα κάρβουνα. Κάθισα μπροστά του και ξαφνικά, χωρίς να το περιμένω, γύρισα πίσω σαράντα, πενήντα χρόνια.
Τότε δεν υπήρχε τηλεόραση σε κάθε δωμάτιο, ούτε κινητά να κοιτάμε συνέχεια. Υπήρχε το τζάκι. Το παλιό, το αληθινό, με τα μαύρα κάρβουνα και τη μυρωδιά της καμμένης ρετσίνας από τα κλαδιά που μαζεύαμε από το βουνό. Καθόμασταν όλοι γύρω του – μάνα, πατέρας, αδέρφια, παππούς. Η μάνα έβαζε το τσουκάλι να σιγοβράζει φασολάδα ή τραχανά, ο πατέρας έσπαγε ξύλα με το τσεκούρι και τα έριχνε μέσα, κι εμείς τα παιδιά κοιτάζαμε τις φλόγες να χορεύουν και να αλλάζουν χρώματα – κόκκινο, πορτοκαλί, μπλε, κίτρινο. Ήταν παραμυθένια.
Εκεί μάθαμε ιστορίες. Ο παππούς διηγιόταν για τον πόλεμο, για τους παππούδες μας που πολεμούσαν στα βουνά, για τα παραμύθια με τις αλεπούδες που έλεγαν ψέματα και τα λιοντάρια που κοιμόντουσαν. Η μάνα τραγουδούσε χαμηλόφωνα, ενώ ανακάτευε το φαγητό. Δεν χρειαζόμασταν πολλά. Μια φωτιά, λίγο ψωμί καψαλιστό από το ξυλόφουρνο, λίγο λάδι, και η ζεστασιά να μας τυλίγει όλους.
Θυμάμαι πόσο περίεργο μου φαινόταν όταν κάποιος έμπαινε από έξω, με τα μάγουλα κόκκινα από το κρύο, και έλεγε «μπάααα, τι ζεστασιά εδώ μέσα!». Και εμείς γελούσαμε, γιατί δεν καταλαβαίναμε πώς μπορεί να υπάρχει κρύο έξω όταν μέσα όλα είναι ζεστά.
Τώρα το τζάκι είναι ηλεκτρικό. Δεν χρειάζεται ξύλα, δεν μαυρίζει τον τοίχο, δεν μυρίζει. Αλλά δεν έχει ψυχή. Δεν διηγείται ιστορίες. Δεν φέρνει κοντά τους ανθρώπους. Κάθομαι μόνος μπροστά του και νιώθω ένα κενό. Οι φλόγες είναι ίδιες κάθε βράδυ – ίδιες, χωρίς έκπληξη, χωρίς ζωή.
Και όμως, ακόμα και τώρα, όταν κοιτάζω τη φωτιά, κλείνω τα μάτια και γυρίζω πίσω. Βλέπω το παλιό σπίτι, ακούω το τρίξιμο των ξύλων, μυρίζω το καμένο ψωμί, νιώθω το χέρι της μάνας μου στον ώμο μου. Και καταλαβαίνω ότι το τζάκι δεν ήταν απλώς μια εστία θερμότητας. Ήταν ο τόπος όπου μάθαμε να αγαπάμε, να ακούμε, να μοιραζόμαστε, να ονειρευόμαστε.
Ίσως γι’ αυτό, ακόμα και με αυτό το ψεύτικο τζάκι, κάθε βράδυ που το ανάβω, ψιθυρίζω μια μικρή ευχή: «Κύριε, κράτα ζεστή την καρδιά μου, όπως τότε που καθόμασταν όλοι μαζί». Γιατί η ζεστασιά δεν είναι μόνο από τις φλόγες. Είναι από τους ανθρώπους που αγαπήσαμε και που ακόμα κουβαλάμε μέσα μας.
Και όσο υπάρχει αυτή η ζεστασιά, δεν θα κρυώσω ποτέ πραγματικά.













