Πολλές φορές άκουγα το γέροντα [Ιερομόναχο, π. Συμέων Αρβανίτη] ενώ, εγώ κοιμόμουν, να μιλάει. Και απορούσα με ποιον να μιλάει μετά τα μεσάνυχτα η ώρα 2, 3, 4, µέχρι και το πρωί.
– Γέροντα, του έλεγα, με ποιον μιλάς όλη τη νύχτα;
– Παιδί μου, νοµίζεις πως κοιμάµαι εγώ; Πολύς κόσµος περνάει από εδώ µέχρι το πρωί.
[sc name=”agioreitiko-thymiama” ][/sc]
Άλλες φορές ξυπνούσε και έλεγε:
– Ζωσιµά, γιατί έχει τόσο πολύ φως μέσα στο δωμάτιο; Τι έγινε, ξηµέρωσε;
– Όχι, Γέροντα, είναι νύχτα. Δεν βλέπω τίποτα άλλο από σκοτάδι.
– Τι µου λες, παιδί μου; Δεν βλέπεις από πόσο φως είναι πλημμυρισμένο το δωμάτιο;
– Όχι, Γέροντα. Εγώ τίποτε δε βλέπω. Παρακάλεσε το Θεό να ιδώ κι εγώ, Γέροντα.
Ο άγιος Γέροντας έβλεπε φως ουράνιο, που εγώ δεν ήµουν άξιος να ιδώ…
Πολλές φορές ο Γέροντας προσευχόταν όρθιος στο κελλί του για όλους όσους εξοµολογούσε, αλλά και για εκείνους που τον έβλεπαν απλώς χωρίς να τους εξοµολογεί και όλους όσοι έμεναν ή είχαν µείνει στο Μοναστήρι.
Επίσης προσευχόταν για τους ασθενείς καθώς και όλους τους κεκοιμηµένους.
Απόσπασμα από το βιβλίο του Μοναχού Ζωσιμά, «Ιερομόναχος Σίμων Αρβανίτης, (1901-1988), Η ζωή και το έργο του», Αθήναι.