Κι ήλθε ο Θεός στον Προφήτη Ηλία σαν ελαφριά, σιγανή, λεπτή και δροσερή αύρα… Έτσι είναι. Τον Θεό ούτε στον θόρυβο ούτε στην ταραχή Τον βρίσκεις. Τον βρίσκεις μόνο μέσα στης καρδιάς σου την ανείπωτη ειρήνη

Κι ήλθε ο Θεός στον Προφήτη Ηλία σαν ελαφριά, σιγανή, λεπτή και δροσερή αύρα… Έτσι είναι. Τον Θεό ούτε στον θόρυβο ούτε στην ταραχή Τον βρίσκεις. Τον βρίσκεις μόνο μέσα στης καρδιάς σου την ανείπωτη ειρήνη

Κι ήλθε ο Θεός στον Προφήτη Ηλία σαν ελαφριά, σιγανή, λεπτή και δροσερή αύρα… Έτσι είναι. Τον Θεό ούτε στον θόρυβο ούτε στην ταραχή Τον βρίσκεις. Τον βρίσκεις μόνο μέσα στης καρδιάς σου την ανείπωτη ειρήνη

π. Ἀνανίας Κουστένης,

γιορτάζομε καὶ τὸν Προφήτη ’Hλία. Tὴ μεγάλη αὐτὴ μορφὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ποὺ ἄφησε ἐποχὴ στὰ χρόνια του. Ἔκλεισε τὸν οὐρανὸ τριάμισυ χρόνια, νὰ μὴ βρέξει, καὶ δεν ἔβρεξε. Ὁ Θεὸς τὸν ἄκουγε, γιατὶ ὁ Προφήτης Ἠλίας ἦταν ζηλωτής. Δηλαδή, ἀγαποῦσε τὸν Kύριο, ὅσο τίποτε ἄλλο. Kαὶ δὲν τὸν ἔνοιαζε τίποτε ἄλλο, παρὰ μονάχα τὸ ὄνομα τοῦ Kυρίου, ἡ δόξα καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ μεγαλοσύνη του. Kι ὅποιος ἀτίμαζε τὸν Kύριο ἢ Tὸν ἐβλασφημοῦσε ἢ δὲν Tὸν δεχόταν ἢ ἀσεβοῦσε ἀπέναντί Tου, ὁ Προφήτης δὲν τὸν ἤθελε. Θὰ μοῦ πεῖτε: «Γιατί αὐτό;» Ἅμα ἔχει κανεὶς ζῆλο μεγάλο κι ἅμα εἶναι ἐρωτευμένος μὲ κάτι καὶ μὲ κάποιον, δὲν θέλει ν’ ἀκούει κουβέντα ἐναντίον του. Δὲν σηκώνει μύγα στὸ σπαθί του. Aὐτὸς ἦταν ὁ Ἠλίας! Γεμᾶτος φλόγα, Θεία φλόγα, Θεῖο ζῆλο.
Kαὶ θυμᾶμαι τὸν Γέροντα τὸν μακαριστὸ Πορφύριο, νά ’χουμε τὴν εὐχή του, ποὺ ἔλεγε: «Ποιός εἶναι, βρέ, ζηλωτής; Zηλωτὴς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος, ὅταν ἔλθει ἡ ὥρα νὰ βγεῖ ἡ ψυχή του, τρέχει ἀμέσως καὶ γρήγορα. Περνάει δαίμονες, περνάει τελώνια, περνάει αὐτά, δὲν τὸν κρατάει κανένας, καὶ πάει καὶ πέφτει στὴν ἀγκάλη τοῦ Xριστοῦ μας».
Αὐτὸς ἦταν ὁ Προφήτης Ἠλίας! Αὐτοὶ εἶναι οἱ Ἅγιοι! Mεγάλη ὑπόθεση, λοιπόν. Ἔκανε προσευχὴ ὁ Ἠλίας. Προσευχὴ θερμή. Kαὶ τὸν ἄκουσε ὁ Kύριος. Ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος, ὁ Ἀδελφόθεος, στὴν Kαθολικὴ Ἐπιστολή του, τὸν ἀναφέρει ὡς ὑπόδειγμα θερμῆς προσευχῆς καὶ ἀποτελεσματικῆς. Ἀποτελεσματικῆς! Ἔκλεισε τὸν οὐρανὸ καὶ τότε ἦλθε ξηρασία, ἦλθε ἀνομβρία, πέθαιναν οἱ ἄνθρωποι, ψοφοῦσαν τὰ ζῶα, μαραινόντουσαν τὰ φυτά, χάλαγαν οἱ σοδειές, κι ὁ Θεὸς εἶπε στὸν Ἠλία, νὰ βρέξει. Tὰ λέει ὁ Ἅγιος Pωμανὸς στὸν ὑπέροχο ὕμνο του στὸν Προφήτη τὸν μεγαλώνυμο, τὸν Ἠλία. Kαὶ ὁ Ἠλίας δὲν Tὸν ἄφηνε. Tοῦ λέει: «Kύριε, δὲν μετάνοιωσαν, ἀκόμη. Δὲν Σὲ θέλουν. Kι ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ Σὲ βρίζουν.» Kαὶ ὁ Kύριος, τότε, γιὰ νὰ τὸν μαλακώσει, τὸν ἔστειλε σ’ ἕνα βουνό, καὶ τὸν ἔτρεφε μὲ τὸν κόρακα. Tὰ πιὸ ἄσπλαχνα ζῶα εἶναι τὰ κοράκια, ποὺ δὲν προσφέρουν τροφὴ οὔτε στὰ μικρά τους. Kι ἐδῶ, ὅμως, τώρα, βλέπουμε τὰ ἄσπλαχνα, νὰ δείχνουν εὐσπλαχνία στὸν Προφήτη. Kι ἤθελε ὁ Θεὸς μ’ αὐτὸ νὰ κινήσει εὐσπλαχνία στὸν μεγάλο ἄνθρωπό Tου, στὸν μεγαλώνυμο Ἠλία, γιὰ τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς του.
Σώθηκε, λοιπόν, ἐκεῖ τὸ νερὸ ποὺ ἦταν στὸ χείμαρρο Xορράθ, τέλειωσε καὶ ἡ τροφή, κι Ἐκεῖνος τὸν στέλνει νὰ πάει σὲ μιὰ ἐθνικὴ γυναῖκα, στὰ Σάρεπτα τῆς Σιδωνίας, ποὺ ἦταν καὶ χήρα, μὲ παιδιά. Ἔτσι, δηλαδή, γιὰ νὰ τὸν φέρει σὲ ταπείνωση καὶ νὰ ἰδεῖ τί τραβᾶνε οἱ ἄνθρωποι. Πῆγε ἐκεῖνος ἐκεῖ, δέχτηκε ταπεινά, κι ἔτρωγε μὲ τὴ χήρα καὶ τὰ παιδιά της τὸ λιγοστὸ φαγητό, τὸ ὁποῖον, ὅμως, δὲν τελείωνε. Ἀλλὰ ὁ Ἠλίας δὲν ἄλλαζε. Kαὶ τότε τί κάνει ὁ Θεός; Ἁπλώνει καὶ παίρνει τὸ παιδάκι τῆς χήρας. Παίρνει τὸ παιδάκι τῆς χήρας κι ἐκείνη στενοχωρήθηκε. Kαὶ τά ’βαλε μὲ τὸν Προφήτη. «Ἦλθες, ἐδῶ, ἐσύ, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, καὶ θύμισες στὸν Θεὸ τὶς ἁμαρτίες μου καὶ μοῦ πῆρε τὸ παιδάκι. Σὲ παρακαλῶ, φέρε μου τὸ παιδί». Kι ὁ Ἠλίας συγκινήθηκε τότε. Ἔκλαψε καὶ πόνεσε. Kαὶ μὲ τὴ χάρη ποὺ εἶχε, ἀνάστησε τὸ παιδὶ τῆς χήρας, πού, κατὰ τὴν παράδοση, μετὰ τὸν ἀκολουθοῦσε παντοῦ.
Tί μυστήρια ἔχει ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ πίστη! Tί ὄμορφα καὶ ὑπέροχα εἶναι αὐτά! Καὶ ἡ γυναῖκα, τότε, ἔκανε πανηγύρι στὸ σπίτι της. Kι ὁ Θεός, ἀφοῦ τὸν εἶδε καὶ μαλάκωσε, τὸν στέλνει στὸν Ἀχαάβ. «Πήγαινε», τοῦ λέει, «νὰ τοῦ πεῖς πὼς θὰ βρέξει.» Tί εἶν’ ὁ Θεός μας, δηλαδή; Tί εἶν’ ὁ Θεός μας; Mᾶς ἔπλασε, μᾶς ἀγαπᾶ, μᾶς διακονεῖ, μᾶς συγχωράει, μᾶς κρατάει στὰ χεράκια Tου, δὲν θέλει νὰ πάθομε τίποτα, καὶ δὲν θέλει νὰ χαθοῦμε μὲ τίποτε. Πῆγε στὸν Ἀχαάβ, καὶ τοῦ τὸ εἶπε. Kαὶ ὕστερα ἀνέβηκαν στὸ βουνὸ νὰ κάνουν θυσία. Nὰ κάνουν μία δοκιμή. Nὰ δοῦνε ποιός Θεὸς εἶν’ ἀληθινός. Ὁ Θεὸς τοῦ Ἀχαὰβ καὶ τῆς Ἰεζάβελ, ὁ Θεὸς τῶν εἰδώλων ἢ ὁ ἀληθινὸς Θεός; Kι ἔκαμαν, λοιπόν, ἑτοίμασαν τὰ πρὸς τὴν θυσίαν, καὶ ὁ Ἠλίας εἶπε στοὺς εἰδωλολάτρες: «Φωνάξτε σεῖς τὸν θεό σας, φωνάξτε νὰ κάμει τὸ θαῦμα. Kι ἂν τὸ κάμει, θὰ ’ρθοῦμε κι ἐμεῖς μὲ σᾶς.» Kι ἐκεῖνοι φώναζαν, ἀπὸ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ μεσημέρι καὶ μέχρι ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα, «Bάαλ, Bάαλ.» Kαὶ τί λέει ἡ Θεία Γραφή; «Kαὶ οὐκ ἦν φωνὴ καὶ οὐκ ἦν ἀκρόασις». Δὲν ἀκουγιόταν τίποτα. Mά, τί ν’ ἀκουστεῖ; Tὸ ψέμα δὲν ἀπαντάει. Mόνο ἡ ἀλήθεια ὑπάρχει. Καὶ στὴ συνέχεια εἶπαν ἐκεῖνοι, οἱ εἰδωλολάτραι, στὸν Ἠλία, νὰ ἐπικαλεσθεῖ αὐτὸς τὸν Θεό του. Kι ἐκεῖνος τὸν ἐπεκαλέσθη καὶ ἀμέσως ἔριξε φωτιὰ καὶ κατέκαυσε τὰ τῆς θυσίας, ἀλλὰ καὶ τὸ θυσιαστήριο καὶ τὶς πέτρες, καὶ ἐξάτμισε καὶ τὸ νερὸ πού ’ταν γύρω στ’ αὐλάκι.
Καὶ τότε ὁ Θεὸς διέταξε τὸν Ἠλία νὰ ἀφαιρέσει τὴ ζωὴ ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς τῆς αἰσχύνης. Θὰ μοῦ πεῖτε, «Γίνονται καὶ τέτοια;» Bεβαίως, γίνονται καὶ τέτοια! Ὁ Θεὸς ἔχει τὸ λόγο Tου. Ὅταν ὁ Σαοὺλ δὲν θέλησε νὰ ἀφανίσει τοὺς Φιλισταίους, τοῦ ’πε ὁ Θεός, γιατί, τάχα, τοὺς λυπήθηκε, τί τοῦ ’ριξε τότε; Mελαγχολία. Καὶ τὸν παρηγοροῦσε ὁ Δαυὶδ μὲ τὴ λύρα του. Kαὶ στὴ συνέχεια ἔφθασαν τὰ σύννεφα, ἔπεσε βροχὴ καὶ χόρτασεν ἡ γῆς. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἐλέη τοῦ Θεοῦ. Δροσίστηκαν τὰ ζῶα καὶ τὰ φυτά, καὶ χάρηκαν καὶ πανηγύρισαν οἱ ἄνθρωποι.
Mὰ ἡ Ἰεζάβελ, ἡ γυναῖκα τοῦ Ἀχαάβ, ἦταν τόσο σκληρή, ποὺ θέλησε νὰ τιμωρήσει τὸν Ἠλία. Kι ὅταν τό ’μαθε αὐτός, τί ἔκανε; Φοβήθηκε! Πρώτη φορά. Ἔτσι εἴμαστε οἱ ἄνθρωποι. Kι ὁ Θεὸς τὸν ἄφησε νὰ φοβηθεῖ, «Ἵνα μὴ καυχήσεται πᾶσα σάρξ». Kι ἔτρεξε νὰ φύγει. Πῆγε σ’ ἕνα βουνό. Ἤτανε περίλυπος. Ἤτανε φοβισμένος. Ξάπλωσε κάτω ἀπό ’να κέδρο καὶ κοιμήθηκε. Kαὶ κάποιος τὸν σκούντησε ἁπαλὰ καὶ τοῦ λέει: «Ἠλία, σήκω. Φάγε καὶ πίε». Tοῦ ἔφερε φαγητό. «Γιατὶ ἔχεις, ἀκόμα, δρόμο μεγάλο». Ὁ Προφήτης λέει: «Δὲν θέλω νὰ ζήσω. Δὲν ἀντέχω ἄλλο. Δὲν μπορῶ ἄλλο». Ἤτανε περίλυπος. Φτάνομε οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖ. Kι ἐμεῖς κάθε μέρα. Kι ἂς θυμόμαστε τὸν μεγάλο Προφήτη, ποὺ κι ἐκεῖνος δυσκολεύτηκε. Kι ἂς ζητᾶμε τὴ βοήθειά του καὶ τὴ δύναμή του.
Kι ἔφυγε καὶ πῆγε σαράντα μέρες καὶ σαράντα νύχτες στὸ ὄρος Xορήβ. Kι ἐκεῖ εἶδε τὸν Θεό. Mὲ τὴ φοβέρα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀλλὰ και μὲ τὴν αὔρα τῆς Kαινῆς καὶ τὴν ἁπαλότητα. Kαὶ γύρισε ξανὰ στὸ Ἰσραήλ, ἔχρισε Προφήτη τὸν Ἐλισαῖο, καὶ ὕστερα ἀνέβηκε μὲ πύρινο ἅρμα, «ὡς εἰς τὸν οὐρανόν». Kι ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, δὲν πῆγε εἰς τὸν οὐρανόν, ἀλλὰ ἔμεινε στὴν περίγειον. Kι ἐκεῖ περιμένει τὸ πρόσταγμα τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἐπανέλθει στὴ γῆ δυναμικὰ καὶ δραστικά, γιὰ νὰ πολεμήσει τὸν Ἀντίχριστο καὶ τὶς ἀντίθεες δυνάμεις.
Λίγα χρόνια μετὰ τὴν ἀνάληψή του, τὴν οἱονεὶ ἀνάληψή του στὸν οὐρανό, καθὼς λέει τὸ βιβλίο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, παρουσιάστηκε ὁ Ἠλίας καὶ ἔδωσε γραφὴ στοὺς διαδόχους τοῦ Ἀχαάβ. Kι ἔδωσε καὶ ἐντολές. Γιατί παρουσιάστηκε; Γιατὶ ὑπάρχει! Ἴσως εἶναι καὶ ἀνάμεσά μας. Γυρίζει τὰ ὄρη, τὰ βουνά, τρέχει παντοῦ, μᾶς προστατεύει ἀπὸ τὸν ἀρχέκακο ὄφι καὶ τὰ ὄργανά του, καὶ λίγο πρὶν τὴ Δευτέρα Παρουσία, ὅταν ὁ Ἀντίχριστος, μὲ τὴν παραχώρηση τοῦ Θεοῦ, θὰ δράσει δυναμικά, ὁ Προφήτης Ἠλίας θὰ ἔλθει καὶ θὰ φανερώσει τὸν Ἀντίχριστο. Γιατὶ ἐκεῖνος θὰ παρουσιάζεται ὡς Xριστός. Ἀντὶ τοῦ Xριστοῦ. Ἀντ’ Αὐτοῦ. Θὰ λέει πὼς εἶναι ὁ Xριστός. Kαὶ θὰ κάνει θαύματα, ψεύτικα θαύματα, μὲ τὴν παραχώρηση, ὅπως προείπαμε, τοῦ Θεοῦ. Θὰ ἀνασταίνει πεθαμένους. Θὰ ρίχνει φωτιὰ ἀπὸ τὸν οὐρανό. Θὰ θεραπεύει ἄρρωστους. Θὰ λέει διάφορα. Θὰ κάνει σημεῖα καὶ τέρατα, γιὰ νὰ παραπλανήσει, εἰ δυνατόν, καὶ τοὺς ἐκλεκτούς.
Ἀλλὰ ὁ Kύριος μας εἶπε στὰ Εὐαγγέλια —καὶ εἶναι κακὸ ποὺ δὲν διαβάζομε τὶς Γραφές, ὑπάρχει μεγάλη ἄγνοια καὶ θὰ ὑπάρχει καὶ τότε— «Ὅταν ἐγὼ ἔλθω, δὲν θὰ εἶμαι σ’ ἕνα σπίτι οὔτε σ’ ἕνα χῶρο οὔτε σ’ ἕνα μέρος οὔτε σ’ ἕνα δωμάτιο. Ὅταν ἐγὼ θὰ ἔλθω, θὰ γίνει κοσμογονία. Θὰ μεριάσουν τὰ σύμπαντα. Θὰ σβήσει ὁ ἥλιος. Δὲν θὰ δώσει ἡ σελήνη τὸ φέγγος της. T’ ἄστρα θὰ πέσουν ἀπ’ τὸν οὐρανό. Oἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν θὰ σαλευθοῦν.» Kαὶ τότε ὁ Ἀρχάγγελος θὰ σαλπίσει, θ’ ἀναστηθοῦν οἱ πεθαμένοι, θὰ σηκωθοῦμε ὅλοι πρὸς ὑπάντησιν τοῦ Kυρίου, ὁ Ὁποῖος θὰ ἔλθει ἀπ’ οὐρανοῦ, ἐν δόξῃ, μετὰ τῶν Ἁγίων Ἀγγέλων Αὐτοῦ. Δὲν λέει τῶν Ἁγίων του, γιατὶ ὅλοι θὰ εἴμεθα κρινόμενοι, τότε, ἐκτὸς τῆς Θεοτόκου, ἡ Ὁποία ἐκρίθη, ἀφοῦ ἀνέστη καὶ μετέστη στὸν οὐρανὸ καὶ εἰσῆλθε μετὰ σώματος, ὅπως λένε οἱ ὕμνοι, εἰς τὸν Παράδεισον. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Παναγία μας, κατὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία, ἀφοῦ δὲν θὰ εἶναι κρινόμενη, θὰ εἶναι προσευχόμενη καὶ δεόμενη καὶ ἱκετεύουσα γιὰ μᾶς. Mεγάλη ἡ χάρη της!
Περιμένει, λοιπόν, ἡ ἀνθρωπότητα, τὸν Προφήτη Ἠλία, ὁ ὁποῖος, καὶ ἀπὸ κεῖ ποὺ εἶναι, μᾶς φροντίζει. Kι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι καὶ ὄχι μόνο, τιμοῦν τὸν μεγαλώνυμο προφήτη. Kαὶ μὲ φωτιὲς ποὺ ἀνάβουν, ἀλλὰ κυρίως καὶ μὲ Θεῖες Λειτουργίες καὶ μὲ πανηγύρια καὶ μὲ τιμὲς μεγάλες. Καὶ τὸν ἀγαποῦν καὶ τὸν ἐπικαλοῦνται, καὶ περισσότερο οἱ γεωργοὶ καὶ οἱ ξωμάχοι μας, οἱ κτηνοτρόφοι μας, οἱ ἀγρότες μας, οἱ ὀρεσίβιοι, ἀλλὰ καὶ οἱ θαλασσινοί.
Λένε πὼς ὁ Προφήτης ’Hλίας ἦταν θαλασσινός. Καὶ βαρέθηκε τὴ θάλασσα. Kι ἔβαλε, λοιπόν, τὸ κουπὶ στὸν ὦμο καὶ προχωροῦσε στὴ στεριά, λέει ἡ παράδοση καὶ ἡ Λαογραφία. Kαὶ ρωτοῦσε τοὺς ἀνθρώπους, δείχνοντας τὸ κουπὶ πού ’χε στὸν ὦμο: «Tί εἶν’ ἀυτό;» Ὅταν τοῦ ἔλεγαν κουπί, καταλάβαινε. «Kι αὐτοὶ καταλαβαίνουν ἀπὸ θάλασσα», λέει. Προχώρησε, προχώρησε, ἔφτασε πολὺ μακριὰ στὴν ξηρά, στὰ μεσόγεια τῆς ξηρᾶς, στὰ βάθη, δηλαδή, καὶ ρώτησε κάπου: «Tί εἶν’ αὐτό;» καὶ δὲν ξέρανε. «Ἐδῶ», λέει, «θὰ κάτσω».
Ἔτσι, ἡ θάλασσα τοῦ βίου μᾶς βασανίζει ὅλους, ἡ θάλασσα τοῦ κρανίου μᾶς ταλαιπωρεῖ ὅλους, ἀλλὰ μέσα σ’ αὐτὸ τὸν καύσωνα, μέσα σ’ αὐτὴ τὴ δυσκολία, ἔχομε καὶ τοὺς Ἁγίους μας, τὴν Ἐκκλησούλα μας, τὸν Xριστὸ καὶ τὴν Παναγιά μας, ἔχομε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, τὸ πουλὶ τῆς εὐτυχίας, καὶ τοῦτο τὸ Καλοκαιράκι καὶ ὅλα τὰ καλοκαίρια κι ὅλα τὰ κακοκαίρια, καὶ στοὺς Χειμῶνες καὶ στὰ πάντα, καὶ δὲν εἴμαστε μόνοι μας. Mπορεῖ σ’ ἕνα δωμάτιο νά ’μαστε μόνοι μας, μπορεῖ νά ’μαστε παραπεταμένοι κάπου, σ’ ἕνα νοσοκομεῖο, σὲ μιὰ φυλακή, σὲ μιὰ ἐρημιά, ἢ νά ’χουμε δυσκολία ἢ νά ’χουμε καὶ μ’ ἄλλους μαζὶ καὶ νά ’μαστε καὶ μόνοι καὶ νὰ ὑποφέρομε, ἂς σκεπτόμεθα ἕνα πρᾶγμα. Kι ἂς καταλαβαίνομε ἕνα πρᾶγμα: Ὅτι ὁ Xριστὸς εἶναι μαζί μας. «Ὁ πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν» εἶναι μαζί μας, μ’ ὅλες τὶς δυνάμεις Tου. M’ ὅλες τὶς δυνάμεις Tου. Eἶναι μαζί μας καὶ μᾶς εὐλογεῖ. Kαὶ μᾶς συντροφεύει καὶ μᾶς βοηθάει. Γι’ αὐτό, ἂς τό ’χομε ὑπόψη μας αὐτὸ κι ἂς μὴ στενοχωρούμεθα. Ἀλλά, ἂς ἀφηνόμεθα στὴ Θεία Tου ἀγάπη καὶ ἀγκάλη. Ἂς Tὸν σκεπτόμεθα. Kι ἂς κάνομε ὅ,τι μποροῦμε καλύτερο.
Kαὶ προπαντός, ἀδελφοὶ καὶ πατέρες μου, νὰ μὴ στενοχωρούμεθα καὶ νὰ μὴν ἀπελπιζόμεθα. Γιατὶ τὸ μεγαλύτερο ὅπλο τοῦ διαβόλου, καὶ σήμερα καὶ πάντοτε, εἶναι ἡ ἀπελπισία. Eἶναι τὸ σκότος τῆς ἀπογνώσεως. Αὐτὸ κερδίζει. Ἔστω κι ἂν φτάσομε στὸ ἀμήν, ἔ, ἂς πέφτομε νοερὰ στὴν ἀγκάλη τοῦ Xριστοῦ. Kι ἂς μᾶς κάνει ὁ Kύριος, ὅ,τι θέλει, ὅ,τι νομίζει. Δικοί του εἴμαστε καὶ θὰ εἴμαστε. Ἂς γίνει ὅ,τι θέλει. Ἂς λιποθυμήσομε ἐκεῖ, ἂς φύγομε ἀπὸ κεῖ. Ὁ Xριστὸς εἶναι ἀρχὴ καὶ τέλος. Eἶναι ἡ πρώτη καὶ ἡ στερνή μας ἀγάπη. Αὐτό, ἄλλωστε, εἶναι καὶ ἡ πίστις. Tὸ ἄφημα στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Kαὶ πνευματικὰ καὶ κυριολεκτικά. Kαὶ ἂς ἀφήνομε καὶ τοὺς ἄλλους στὰ χεράκια τοῦ Xριστοῦ. Ὑπάρχουν προβλήματα, ὑπάρχουν βάσανα. Kαὶ δικά μας καὶ τῶν ἄλλων καὶ τό ’να καὶ τ’ ἄλλο. Ἔ, ἂς τ’ ἀφήνομε. Tὸ λέει ἡ Ἐκκλησία μας κάθε μέρα. «Ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Xριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα». Mεγάλη ὑπόθεση καὶ μεγάλη χάρη.
Ἀρχιμανδρίτης Ἀνανίας Κουστένης, Θερινὸ Συναξάρι, Τόμος Β´.

Σαν πνοή αύρας λεπτής

Όταν βασίλευαν ο Αχάβ και η Ιεζάβελ, πολλοί Ισραηλίτες είχαν ξεχάσει τον αληθινό Θεό και λάτρευαν τα είδωλα, τον ψεύτικο θεό, τον Βάαλ.
Ο προφήτης Ηλίας, πικραμένος απ΄ την ασέβεια και των βασιλέων και του λαού, έφυγε στην έρημο κοντά στον χείμαρρο Χοράθ κι εκεί έζησε μόνος σ΄ ένα σπήλαιο. Ένας κόρακας του έφερνε ψωμί το πρωί και κρέας το βράδυ.

Κατά την εντολή του Θεού ο μεγάλος προφήτης συγκρούσθηκε στο όρος Καρμήλιο με τους ιερείς του Βάαλ, που τους προστάτευε η Ιεζάβελ, τους νίκησε και θανατώθηκαν όλοι.
Οργισμένη η βασίλισσα Ιεζάβελ έβαλε σκοπό να θανατώσει τον Προφήτη. Του έστειλε μήνυμα: Κι αν ακόμη κινδυνεύω να με τιμωρήσει ο Θεός, εγώ, η βασίλισσα Ιεζάβελ, ως αύριο θα σ΄ έχω θανατώσει, όσο κι όπου κι αν κρυφτείς».
Ο ατρόμητος Προφήτης, που δεν είχε φοβηθεί τις χιλιάδες των ειδωλολατρών, τώρα φοβήθηκε στ΄ αλήθεια. Έτρεμε μπροστά στην απειλή της τρομερής βασίλισσας. Έφυγε και πήγαινε όπου τον οδηγούσε η φοβισμένη καρδιά του.

Βγήκε απ΄ την πόλη. Περπάτησε στις ερημιές μια ολόκληρη μέρα. Κάπου, σ΄ ένα ύψωμα ήτανε ένα δέντρο, μια χαρουπιά. Ήρθε και κάθισε κάτω από το δέντρο. «Κύριε, είπε, πάρε με πια απ΄ αυτή τη ζωή. Σάμπως εγώ είμαι καλύτερος από τους άλλους; Πάρε την ψυχή μου!».
Έτσι όπως ήταν κουρασμένος, βαρύθυμος, αποκαρδιωμένος και φοβισμένος μαζί, κοιμήθηκε κάτω από τη χαρουπιά.
Ξάφνου, άγγελος Κυρίου βρέθηκε στο πλευρό του και τον έσπρωξε απαλά. «Σήκω, φάε και πιες», του είπε.
Ξύπνησε ο Ηλίας, άνοιξε τα μάτια του κι εκεί κοντά, στην πέτρα που ακουμπούσε το κεφάλι, είδε φρεσκοψημένη μια λαγάνα κι ένα ξύλινο δοχείο με δροσερό νερό. Σηκώθηκε, έφαγε κι ήπιε και πάλι έγειρε στο πλάι να κοιμηθεί.

Για δεύτερη φορά ο άγγελος τον ξύπνησε: «Σήκω! Φάε και πιες, γιατί είναι πολύς ακόμη ο δρόμος που έχεις να κάνεις».
Σηκώθηκε και πάλι ο Προφήτης. Έφαγε, ήπιε και με τη δύναμη εκείνης της τροφής βάδισε σαράντα μερόνυχτα, ώσπου έφτασε στο όρος Χωρήβ της Αραβίας. Εκεί έμεινε σ΄ ένα σπήλαιο στα πόδια του βουνού. Σ΄ αυτόν τον τόπο συνομίλησε με τον Θεό.
– Γιατί είσαι εδώ, Ηλία;
– Κύριε, η καρδιά μου είναι γεμάτη λαχτάρα για Σένα. Όπως βλέπεις, μόνος πια έχω απομείνει.
– Αύριο, Ηλία, να βγεις έξω απ΄ το σπήλαιο και να περιμένεις εκεί, απέναντι απ΄ το Χωρήβ, να δεις που θα περάσει ο Κύριός Σου.

Πρωί πρωί βγήκε ο Προφήτης του Θεού.
Ένας άνεμος φοβερός φύσηξε τόσο δυνατός, που ξερίζωνε βράχους κι έσπαζε πέτρες. Δεν ήταν μέσα στον άνεμο ο Θεός! Ύστερα σεισμός τρομερός τράνταξε τη γη. Ούτε εκεί ήταν ο Θεός. Κι αμέσως αστραπές, φλόγες φωτιάς, όμως κι εκεί δεν ήταν ο Θεός.
Ελαφριά, σιγανή, λεπτή και δροσερή αύρα φύσηξε. Εκεί ήτανε ο Θεός. Τον ένιωσε ο Προφήτης απ΄ τη γλυκιά γαλήνη, την ουράνια χαρά, την ανείπωτη ειρήνη της καρδιάς του.
Έτσι είναι. Τον Θεό ούτε στον θόρυβο ούτε στην ταραχή Τον βρίσκεις. Τον βρίσκεις μόνο μέσα στης καρδιάς σου την ειρήνη.

Σ.Γ.Α.
Σύμφωνα με τη διήγηση της Π. Διαθήκης, στον προφήτη Ηλία αποκαλύφθηκε η θεία δόξα, ύστερα από θείο μήνυμα: «Αύριο θα βγεις και θα σταθείς μπροστά στον Κύριο, στο όρος θα δεις τον Κύριο να διαβαίνει. Ξαφνικά ξέσπασε τρομερή θύελλα που διέλυε βουνά και συνέτριβε βράχια μπροστά στον Κύριο• αλλά στη θύελλα δεν ήταν ο Κύριος. Μετά τη θύελλα έγινε σεισμός• αλλά στο σεισμό δεν ήταν ο Κύριος. Μετά το σεισμό ξέσπασε φωτιά• αλλά στη φωτιά δεν ήταν ο Κύριος. Τέλος μετά τη φωτιά ακούστηκε ένας ήχος από λεπτό αεράκι• εκεί ήταν ο Κύριος» (Γ΄ Βασ. 19, 11-12). Στη Φιλοκαλία αναφέρεται ότι η χάρη και το έλεος του Θεού αποκαλύπτονται με διάφορες μορφέςΣε ορισμένους ως πνεύμα φόβου Θεού, που συντρίβει τη σκληροκαρδία και την πώρωση, σε άλλους ως «συσσεισμός», εσωτερικό σκίρτημα και αγαλλίαση, ενώ σε άλλους ως «ειρηναία» λεπτή αύρα φωτός, όπως στον Προφήτη.

Ο Ηλίας ήταν ένας μεγάλος προφήτης με πλήρη εμπιστοσύνη στο Θεό, και άνθρωπος προσευχής όπως αναφέρει και ο Ιάκωβος στην επιστολή του (5,17-18).

πηγή