Ο ΗΛΙΘΙΟΤΕΡΟΣ ΤΟΥ ΗΛΙΘΙΟΥ…

Παρατηρώ τον άλλον.
«Τον άλλον», που συναντώ τυχαία ή προγραμματισμένα· «τον άλλον» που δεν γνωρίζω καθόλου, που κάνω πως δεν γνωρίζω, που γνωρίζω καλά ή στο περίπου· που τελοσπάντων πρέπει να γνωρίσω και να συσχετιστώ μαζί του· που πρέπει να εμπιστευθώ ή να τον υποστώ· που πρέπει να αφήσω με λύπη ή με ανακούφιση· που πρέπει άφοβα ή ενδοιαστικά να αγαπήσω…
–Να τος πάλι ο Πειρασμός, Θεέ μου!
Πιο πολύ, μου φαίνεται, ζει μέσα μου με τα λόγια του πού ’ναι σαν κεντρί στο ανήσυχο μυαλό, παρά ο Χριστός με τη σιωπή και τη μακροθυμία Του!

Η κρίση και η Κρισάρα μέσα μου, ως συνήθως, δεν είναι ποτέ στα καλύτερά της. Πάντα, με κάθε ψιλή αφορμή, παρά με ουσιαστικό λόγο και αιτία, βρίσκεται σε τρομερή φόρμα: σε απόλυτο οίστρο χαιρεκακίας!

Σύντομα, μάλιστα, εκφράζω αβίαστα «αυτό» που αισθάνομαι από αυτόν «τον άλλον»· από αυτόν και γι’ αυτόν: «Τι ηλίθιος, Θεέ μου!».
–Δυστυχώς, έπεσε το αστροπελέκι.
Το περίμενα–δεν το περίμενα, έπεσε.
Όλες οι μπόρες μαίνονται μέσα μου, τελικά!

Εξίσου σύντομα μετά, δέχομαι εσωτερικά μια αιφνίδια αυτοπαρατήρηση. Σα μπάτσο γερό σε εφησυχασμένο μάγουλο.
Λέει ο «έξυπνος» εαυτός μου για μένα: «Τι πανηλίθιος που είσαι, Θεέ μου!».
Άλλος κεραυνός, η ανταπάντηση.
–Ο «Διάλογος», τελικά, είναι ο πατέρας της Μάχης και του Μακελειού· να το ξέρετε! Και μαζί με μένα, πάρτε το κι εσείς απόφαση!

Αλλά, ποιος είναι πιο ηλίθιος;
Αυτός που εντοπίζει και παρατηρεί έναν ηλίθιο;
Ή αυτός που δεν βρήκε και δεν αισθάνθηκε έστω και μια ηλιθιότητα, να ζει ή νά ’ναι κρυμμένη μέσα του;

Τελικά, είναι όντως η ηλιθιότητα ανίκητη;
Και, αν ναι, γιατί;
Μήπως επειδή απλά εμείς (μάθαμε να) είμαστε ευτυχείς και ανίδεοι μέσα στο βαυκαλιστικό κλοιό της;

Απλά, ρωτάω.
Ρωτάω να μου πείτε.
Μήπως και ξυπνήσω από σας.
Μήπως, μάλιστα, ξυπνήσω και πιο πολύ από σας.
Και γίνω …περισσότερο έξυπνος και λιγότερο ηλίθιος!!
–Αλλά, για κάτσε· αυτό, τώρα, δεν είναι πονηριά; Που κάνει όλους τους ηλίθιους, πιο ηλίθιους απ’ ό,τι είναι;…

Συγνώμη!…
Μπερδεύτηκα κάπως…
Πρέπει να φύγω!…
Τα λέμε!…
Γεια!..