Όταν στους Ολυμπιακούς αγώνες δεν έπαιρναν μετάλλια μόνο δρομείς και αρσιβαρίστες αλλά ζωγράφοι και μουσικοί
Γρηγόρης Κεντητός
Σήμερα, όταν ακούμε για Ολυμπιακούς Αγώνες, το μυαλό μας πάει σε σπριντ, παγκόσμια ρεκόρ και μετάλλια. Όμως υπήρξε μια εποχή, όχι τόσο μακρινή όσο φαντάζεσαι, όπου οι Ολυμπιακοί δεν τιμούσαν μόνο το σώμα, αλλά και το πνεύμα. Από το 1912 μέχρι και το 1948, οι Ολυμπιακοί Αγώνες βράβευαν και καλλιτεχνικές δημιουργίες. Έργα ζωγραφικής, μουσικής, αρχιτεκτονικής, λογοτεχνίας και γλυπτικής διαγωνίζονταν δίπλα σε αθλητές, υπό την ίδια ομπρέλα της ολυμπιακής ιδέας. Ήταν ένας θεσμός που γεννήθηκε από το ίδιο μυαλό που αναβίωσε τους σύγχρονους Αγώνες: τον βαρόνο Πιερ ντε Κουμπερτέν.
Ο Κουμπερτέν πίστευε βαθιά στην ενότητα σώματος και πνεύματος. Γι’ αυτό, όταν οργάνωσε τους Ολυμπιακούς του 1896, είχε ήδη στο μυαλό του την ιδέα ότι ο αθλητισμός δεν είναι πλήρης χωρίς την τέχνη. Ήθελε να δημιουργήσει μια παγκόσμια σκηνή όπου η δύναμη του σώματος και η έκφραση του πνεύματος θα συναντιούνται ισότιμα. Χρειάστηκε, όμως, να περάσουν 16 χρόνια μέχρι να εφαρμοστεί αυτό. Το 1912, στους Ολυμπιακούς της Στοκχόλμης, παρουσιάστηκαν οι πρώτοι επίσημοι καλλιτεχνικοί διαγωνισμοί. Τα έργα έπρεπε να είναι εμπνευσμένα από τον αθλητισμό, και κρίνονταν από επιτροπές που απαρτίζονταν από ειδικούς κάθε τέχνης.
Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών που ακολούθησαν, τα Ολυμπιακά μετάλλια δεν δόθηκαν μόνο σε δρομείς και άλτες. Δόθηκαν και σε ποιητές, σε συνθέτες, σε αρχιτέκτονες που σχεδίαζαν στάδια, σε ζωγράφους που αποτύπωναν σκηνές πάλης ή άλματος εις μήκος. Ένας από τους νικητές ήταν και ο ίδιος ο Κουμπερτέν, που το 1912 κέρδισε χρυσό μετάλλιο στην κατηγορία της λογοτεχνίας με ψευδώνυμο, για ένα ποίημα αφιερωμένο στον αθλητισμό. Ήταν ένας τρόπος να αποδείξει ότι η τέχνη και ο αθλητισμός μπορούν να συμβιώνουν όχι απλώς αρμονικά, αλλά και θεσμικά.
Οι συμμετοχές σταδιακά αυξάνονταν, αλλά ποτέ δεν έφτασαν τη λάμψη των αθλητικών γεγονότων. Οι θεατές δεν ενθουσιάζονταν τόσο με τις εκθέσεις όσο με τον τελικό των 100 μέτρων. Παρόλα αυτά, οι καλλιτεχνικοί διαγωνισμοί ήταν ένα ξεχωριστό και αναπόσπαστο κομμάτι των Ολυμπιακών. Ώσπου το 1949, η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή αποφάσισε να τους καταργήσει οριστικά. Ο λόγος; Οι περισσότεροι συμμετέχοντες δεν ήταν ερασιτέχνες, αλλά επαγγελματίες καλλιτέχνες. Και οι Ολυμπιακοί, μέχρι τότε, είχαν θεμελιωθεί πάνω στην έννοια του ερασιτεχνισμού. Επειδή δεν μπορούσε να βρεθεί τρόπος να διαχωριστεί καθαρά το επαγγελματικό από το μη επαγγελματικό, η Τέχνη αποκλείστηκε.
Η απόφαση αυτή προκάλεσε αντιδράσεις, αλλά σιγά σιγά ξεχάστηκε. Από τότε, η Τέχνη έμεινε στους Ολυμπιακούς ως πολιτιστικό “παράρτημα”: με εκθέσεις, παραστάσεις και δράσεις γύρω από το κυρίως γεγονός – αλλά ποτέ ξανά ως ισότιμη συμμετοχή. Κι όμως, για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, άνθρωποι που δεν φορούσαν αθλητική ενδυμασία, αλλά κρατούσαν πινέλα, πένες και παρτιτούρες, ανέβαιναν στο ολυμπιακό βάθρο και άκουγαν τον εθνικό τους ύμνο.
Η μνήμη εκείνων των μεταλλίων μένει σήμερα θαμμένη κάτω από τα φλας των σταδίων. Αλλά για τους ιστορικούς της ολυμπιακής ιδέας, εκείνη η εποχή των καλλιτεχνών ήταν ίσως η πιο πιστή εφαρμογή του οράματος του Κουμπερτέν: ένας κόσμος όπου το ανθρώπινο σώμα και το ανθρώπινο πνεύμα διακρίνονται το ίδιο για το κάλλος και την προσπάθεια.