Κων/νος Θ. Κλωνής

Πνευ­μα­τι­κή ζω­ή και κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα

Η πνευματική ζω­ή είναι ζω­ή για όλους ή για λίγους ε­κλε­κτούς;
Μπο­ρεί να α­φο­ρά αν­θρώ­πους της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, α­πλούς ή α­πευ­θύ­νε­ται μό­νο σε ό­σους α­φι­ε­ρώνουν την ύπαρ­ξη τους α­πο­κλει­στι­κά και μόνο στον Θε­ό;
Γί­νε­ται να ζείς πνευ­μα­τι­κά ό­ταν το μυα­λό σου βα­σα­νί­ζουν βι­ο­τι­κές μέ­ρι­μνες και η ψυ­χή σου βα­ραί­νει α­πό τον μόχθο και α­πό μια α­φόρη­τη ρου­τί­να;
Υ­πάρ­χει πνευ­μα­τι­κή ζω­ή ό­ταν δεν έ­χεις χρό­νο να με­λε­τή­σεις ού­τε την Αγία Γρα­φή, ό­ταν δεν βρί­σκεις έναν ε­λά­χι­στο χρό­νο η­συ­χί­ας να στο­χα­στείς για να μπο­ρέ­σεις έ­στω να ε­πι­θυ­μή­σεις την συ­νάν­τη­ση μα­ζί Του;
Κι ό­ταν για πρα­κτι­κούς λό­γους δεν μπο­ρείς να βρε­θείς ού­τε στο μυ­στή­ριο της Θεί­ας Ευχαριστίας πα­ρα μόνο τα τε­λευ­ταί­α λε­πτά;

Η κα­θη­με­ρι­νότη­τα μοιά­ζει πολ­λές φο­ρές με φορ­τί­ο δυ­σβά­στα­χτο, που τρα­βά­ει τον άν­θρω­πο τον πλα­σμέ­νο για να κοι­τά­ει κα­τα τον ου­ρα­νό, βα­θιά μέ­σα στο χώ­μα.
Οι μέ­ρι­μνες γίνον­ται θη­λιά που πνί­γει κά­θε προ­σπά­θεια της ψυ­χής να κερ­δί­σει την α­νά­σα της. Και ο χρό­νος τρέχει βι­α­στι­κός και μας πα­ρα­σέρ­νει ορ­μη­τι­κά μα­ζί του στην σπα­τάλη της πο­λύ­τι­μης ζω­ής μας μέ­χρι την στιγ­μή που παίρ­νου­με την γεν­ναί­α α­πό­φα­ση να τον στα­μα­τήσου­με!

Εί­ναι πνευ­μα­τι­κή ζω­ή το στα­μά­τη­μα του χρό­νου σε μι­κρές στιγ­μές φω­τός, που γί­νον­ται αι­ώνι­ες μόνο και μό­νο ε­πει­δή νι­ώ­σα­με ε­λεύ­θε­ροι α­πό άγ­χη και φό­βους, ε­πει­δή α­φε­θή­κα­με να τις ζή­σου­με ή άλ­λες στιγ­μές που χω­ρίς να ξέ­ρου­με για­τί, νι­ώ­θου­με να μας χα­ρί­ζον­ται;
Ό­πως έ­να κοί­ταγ­μα στην α­να­το­λή την ώρα που βά­φει με ροζ το γα­λά­ζιο. Ή το συ­να­πάν­τη­μα με τα γε­λα­στά μά­τια κάποι­ου άλ­λου. Μια αγ­κα­λιά α­πο­χω­ρι­σμού που πε­ρι­έ­χει μέ­σα της ό­λη την τρυ­φε­ρότη­τα και την α­γά­πη. Ή α­κό­μα ένα προ­στα­τευ­τι­κό Του βλέμ­μα σε μια α­γα­πη­μένη μας αγιογραφία, που το νι­ώ­θου­με να μας συν­τρο­φεύ­ει μυ­στι­κά όπου κι αν είμα­στε…

Εί­ναι τό­σα πολ­λά όσα δεν μας ευ­χα­ρι­στούν στην κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα. Πράγ­μα­τα που κάνου­με για­τί πρέπει, για­τί δεν τα ε­πι­λέ­ξα­με συ­νει­δη­τά, για­τί δεν εί­χα­με την ω­ρι­μότη­τα να ξέ­ρου­με ποι­οι εί­μα­στε και τι μας ται­ριά­ζει, για­τί όν­τας ε­νήλι­κες έ­χου­με υ­πο­χρε­ώ­σεις, για­τί συ­να­να­στρε­φόμα­στε με αν­θρώ­πους υ­πο συν­θήκες που κα­νο­νι­κά δεν θα ε­πι­λέγα­με για φί­λους μας.
Κα­τα­στά­σεις που μας κά­νουν άλ­λο­τε να δυ­σα­να­σχε­τού­με, άλ­λο­τε α­πο­κα­μω­μένοι να πα­ραι­τού­μα­στε, να α­φη­νό­μα­στε σε α­δι­άκο­πη γκρί­νια, να τα βάζου­με με τους άλ­λους, να μην μπο­ρού­με να χα­ρού­με α­λη­θι­νά.

Εί­ναι πνευ­μα­τι­κή ζω­ή η α­σκη­τι­κή της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας κόν­τρα σε ο,τι το έν­στι­κτο, οι φυ­σι­κές μας α­δυ­να­μίες, οι κα­κές μας συ­νή­θει­ες – έ­να πιά με τον ε­αυ­τό μας – μας υ­πα­γο­ρεύ­ουν; Έ­χει α­ξί­α να πα­λεύ­ου­με κά­θε μέ­ρα, χί­λι­ες φο­ρές να πέ­φτου­με στα ίδια και χί­λι­ες να ση­κω­νόμα­στε για­τί δεν θέλου­με τον ε­φη­συ­χα­σμό α­μα­χη­τί στο “έ­τσι κάνουν ό­λοι”;

Να έχου­με την παρ­ρη­σί­α να α­να­γνω­ρί­ζου­με την ευ­θύ­νη μας σε κα­θε­τί; Να μην ε­πι­τρέ­που­με στον ε­αυ­τό μας να ε­νο­χλεί χω­ρίς αι­τία κα­νέ­να άν­θρω­πο, α­πό σε­βα­σμό για την ει­κόνα του Θε­ού ο Οποίος κα­τοι­κεί μέσα στην κά­θε ύ­παρ­ξη;
Να α­να­ζη­τούμε σε ό­λα το ω­ραί­ο, το κάλ­λος, να ε­πεν­δύ­ου­με δια­ρκώς στην ο­μορ­φιά του κό­σμου;
Η ζω­ή μοιά­ζει να κυριαρχείται α­πό το κα­κό. Ο “Άρ­χων του κό­σμου τού­του” (Ιω. 12, 31) φαίνεται να διαφεντεύει την οικουμένη. Δεν μας φτά­νει το σκο­τάδι μέσα μας, ο υ­παρ­ξια­κός μας πό­νος, οι προ­σω­πι­κές δυ­σκο­λίες στις σχέ­σεις, οι ε­ξω­τε­ρι­κοί πει­ρα­σμοί που κα­τα και­ρούς μας ε­πι­σκέ­πτον­ται, μα και κά­θε μέ­ρα α­πίστευ­τες ι­στο­ρί­ες αν­θρώ­πων, ι­στο­ρίες πό­νου, φτάνουν στ’ αυ­τιά μας.

Κά­πο­τε μας κα­τα­κλύ­ζει η α­πελ­πι­σί­α και δεν βλέ­που­με ούτε μια α­χτίδα φω­τός, κάπο­τε κλεί­νου­με η­θε­λη­μέ­να τα αυ­τιά στο κα­κό γύ­ρω μας κι εν­τός μας στρου­θο­κα­μη­λί­ζον­τας, προ­σποι­ούμε­νοι ότι όλα είναι πε­ρί­φη­μα.
Είναι πνευ­μα­τι­κή ζω­ή το ά­νοιγ­μα μιάς χα­ρα­μά­δας στην ψυ­χή μας να χω­ρέ­σει ο πόνος, ο θά­να­τος, το κα­κό της αν­θρω­πότη­τας; Είναι πνευ­μα­τι­κή ζω­ή να μην στε­ρού­με α­πό την ύπαρ­ξη μας το δι­καί­ω­μα να κραυ­γά­ζει προς Ε­κεί­νον το έ­λε­ος Του για κά­θε πλά­σμα Του;

Η κε­κτη­μέ­νη τα­χύ­τη­τα, οι ρό­λοι που α­να­λαμ­βά­νου­με κα­θώς με­γα­λώ­νου­με, οι κοι­νω­νι­κές συμ­βάσεις κρύ­βουν πο­λύ συ­χνά την μο­να­δι­κό­τη­τα του προ­σώ­που μας.
Η ζω­ή μας με­τα­βάλ­λε­ται σε ένα τρένο που α­δι­ά­κο­πα τρέ­χει, ε­νώ ε­μείς κα­τά­κο­ποι και α­σθμαί­νον­τες ξω­πίσω του ελ­πί­ζου­με να το προ­λά­βου­με στον ε­πόμε­νο σταθ­μό. Τα ι­δι­αί­τε­ρα χα­ρίσμα­τα μας μέ­νουν θαμ­μέ­να και οι δω­ρε­ές του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος α­νεκ­με­τάλ­λευ­τες.
Τα πρό­σω­πα χάνουν την χά­ρη και την χα­ρά τους, σκυ­θρω­πιά­ζουν, γί­νον­ται μουν­τά. Είναι πνευ­μα­τι­κή ζω­ή να βρί­σκου­με τα στά­χυ­α μέσα μας και να πα­σχίζου­με να τα α­να­στή­σου­με; Να έ­χου­με τα αυ­τιά μας α­νοι­χτά να α­φουγ­κρά­ζον­ται τις βα­θύτε­ρες ε­πι­θυ­μί­ες μας;

Να αυ­ξά­νου­με τα τάλαν­τα μας με την χα­ρά του μοι­ρά­σμα­τος με τους γύρω μας, χω­ρίς να τα πε­ρι­φέ­ρου­με κομ­πά­ζον­τας κι ε­πι­ζη­τών­τας δι’ αυ­τών α­να­γνώ­ρι­ση και ε­πι­βε­βαί­ω­ση;

Εν τέ­λει, είναι πνευ­μα­τι­κή ζω­ή να θυ­μό­μα­στε μέσα στην δίνη των γε­γο­νό­των της κά­θε η­μέρας, που και που, το “ε­νός ε­στί χρεί­α”;

Να μην ξε­χνά­με τον στόχο, να πο­θού­με την α­γι­ό­τη­τα, την πλή­ρω­ση του κε­νού μέσα μας α­πο την α­γά­πη Του, να ε­πι­θυ­μού­με την μα­κά­ρια σο­φί­α που φέρ­νουν οι θλί­ψεις;

Να πα­ρα­μέ­νου­με ζων­τα­νοί, να βλέ­που­με σε κά­θε και­νού­ρια μέρα μια νέα πρόκλη­ση, μια νέα α­να­μέτρη­ση με τις δυ­νάμεις και τις α­δυ­να­μί­ες μας, μια νέα ευ­και­ρία να α­γα­πή­σου­με πε­ρισ­σότε­ρο;

Να ε­λέγ­χου­με τον ε­αυ­τό μας, να μην ε­πα­να­παυ­ό­μα­στε σε βε­βαι­ό­τη­τες;

Μοιά­ζει να α­φο­ρά ό­λους. Φαί­νον­ται ό­λα τόσο δύσκο­λα, α­φού είναι “στε­νή η πύ­λη και τε­θλιμ­μένη η ο­δός” (Ματθ. 7, 14) . Μα συ­νάμα τόσο προ­σι­τά και α­πλά, έ­τσι που η κλή­ση να εί­ναι προ­σω­πι­κή για τον κα­θέ­να μας. Χρι­στέ μου, θέρι­ε­ψε την ε­πι­θυ­μία μέ­σα μας να γι­νόμα­στε κά­θε μέρα όλο και πιο πο­λύ μα­θη­τές Σου…

ΣΑΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ…

Μενταγιόν Άγιος Γεώργιος 9322-Χ

20,00 

Ασημένιο μενταγιόν 925° επιχρυσωμένο περιμετρικά με τον Άγιο Γεώργιο και την Υπεραγία Θεοτόκο

Διάμετρος: 1,7 εκ.

ΜΙΚΡΑ ΔΙΧΡΩΜΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΣΚΟΥΛΑΡΙΚΙΑ ΑΣΗΜΙ925 ΜΕ ΕΠΙΧΡΥΣΩΣΗ ΚΑΙ ΖΙΡΚΟΝ

30,00 

ΤΟ ΠΡΟΙΟΝ ΔΙΑΤΙΘΕΤΑΙ ΜΟΝΟ ΚΑΤΟΠΙΝ ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑΣ (6907367788) ΚΑΙ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΣΤΟΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ALPHA BANK: GR1601403000300002002039991

ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΣΚΑΛΙΣΤΟ ΜΕΝΤΑΓΙΟΝ ΑΠΟ ΑΣΗΜΙ925

68,00 

ΤΟ ΠΡΟΙΟΝ ΔΙΑΤΙΘΕΤΑΙ ΜΟΝΟ ΚΑΤΟΠΙΝ ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑΣ (6907367788) ΚΑΙ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΣΤΟΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ALPHA BANK: GR1601403000300002002039991

ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΣΚΟΥΛΑΡΙΚΙΑ ΑΣΗΜΙ 925 Κ ΕΠΙΧΡΥΣΩΣΗ Κ18 ΜΕ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙ

80,00 

ΤΟ ΠΡΟΙΟΝ ΔΙΑΤΙΘΕΤΑΙ ΜΟΝΟ ΚΑΤΟΠΙΝ ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑΣ (6907367788) ΚΑΙ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΣΤΟΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ALPHA BANK: GR1601403000300002002039991

Ασημένιος σταυρός 9282-X

24,00 

Ασημένιος σταυρός 925°, επιχρυσωμένος περιμετρικά με τον Ιησού Χριστό στην μπροστινή όψη και την Υπεραγία Θεοτόκο με τους Αγγέλους στην

ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΜΕΝΤΑΓΙΟΝ ΚΑΙ ΑΛΥΣΙΔΑ ΑΠΟ ΑΣΗΜΙ925 ΚΑΙ ΕΠΙΧΡΥΣΩΣΗ Κ22 ΜΕ AQUA MARINA

64,00 

ΤΟ ΠΡΟΙΟΝ ΔΙΑΤΙΘΕΤΑΙ ΜΟΝΟ ΚΑΤΟΠΙΝ ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑΣ (6907367788) ΚΑΙ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΣΤΟΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ALPHA BANK: GR1601403000300002002039991

ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΣΚΑΛΙΣΤΟ ΜΕΝΤΑΓΙΟΝ ΑΠΟ ΑΣΗΜΙ925

45,00 

ΤΟ ΠΡΟΙΟΝ ΔΙΑΤΙΘΕΤΑΙ ΜΟΝΟ ΚΑΤΟΠΙΝ ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑΣ (6907367788) ΚΑΙ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΣΤΟΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ALPHA BANK: GR1601403000300002002039991

Αγία Βερονίκη

20,00 

Xρυσοτυπία με ανάγλυφα γράμματα σε ξύλο με την Αγία Βερονίκη.
Διαστάσεις 18×24

Πίσω στη λίστα