“το φίδι, υπακούοντας, χάθηκε στα χόρτα αθόρυβα…”

Mία ομάδα από έξι άτομα πήγαν στο Άγιον Όρος να συναντήσουν και να γνωρίσουν τον Γέροντα Παΐσιο, το έτος 1974, μία εβδομάδα πριν από την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο. Τότε δεν ήταν ακόμα και τόσο γνωστός ο Γέροντας.

Οι επισκέπτες ακολούθησαν ένα στενό μονοπάτι γεμάτο χαμόκλαδα και βρέθηκαν σε μια Καλύβη. Είδαν ένα γεροντάκι με τριμμένο ράσο που έσκαβε. Κάποιος από την παρέα ρώτησε:

– Πού είναι ο Γέροντας Παΐσιος;

– Eδώ είναι, απάντησε το γεροντάκι.

Τους άνοιξε την πόρτα, μπήκαν και προσκύνησαν. Όταν βγήκαν, είδαν τον μοναχό πιο περιποιημένο. Κι εκείνος, που είχε ρωτήσει την πρώτη φορά, ξαναρώτησε:

– Πού είναι ο Πατήρ Παΐσιος;

– Εσείς ήρθατε να δείτε ένα μεγάλο καρπούζι και βρήκατε ένα νεροκολόκυθο, απάντησε ο μοναχός.

Όλοι κατάλαβαν τότε, ότι βρίσκονταν μπροστά στον Πατέρα Παΐσιο.

Κάθησαν κάτω από μια ελιά, άλλοι σε πέτρες και άλλοι στα χόρτα. Το τι ακολούθησε δεν περιγράφεται. Η συζήτησι ήταν μια πνευματική πανδαισία. Είχε την πιο κατάλληλη, φωτισμένη και πνευματική απάντησι στις ερωτήσεις και τις απορίες των επισκεπτών.

Μετά από συζήτησι μιας ώρας, μέσα από τα χαμόκλαδα, εμφανίσθηκε ένα τεράστιο φίδι. Δενδρογαλιά πρέπει να ήταν.

– Φίδι, φίδι! φώναξε κάποιος από την παρέα και πετάχθηκε επάνω, παίρνοντας μια πέτρα στο χέρι του.

Ο Γέροντας τους καθησύχασε λέγοντας:

– Μην το πειράζετε, αυτό έρχεται να μου κάνη παρέα.

Σηκώθηκε, πήρε ένα τενεκεδάκι, το γέμισε νερό και το άφησε πιο πέρα. Αφού το φίδι ήπιε νερό, ο Πατήρ Παΐσιος του είπε:

– Φύγε τώρα, έχω παρέα

Αμέσως το φίδι, υπακούοντας, χάθηκε στα χόρτα αθόρυβα, όπως είχε εμφανισθή. Όλοι έμειναν άναυδοι. Το γεγονός αυτό και η συζήτησι που είχε προηγηθή χαράχθηκαν βαθειά στην ψυχή τους. Επί πλέον ο Γέροντας τους επεσήμανε προφητικά τα γεγονότα που ακολούθησαν με την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο.

ΒΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

(“Η Ζωοφιλία των Αγίων και η Αγιοφιλία των Ζώων”, Σίμωνος Μοναχού, σ. 353-355)