ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΑΒΒΑ

Όταν ο άγιος Σάββας αγωνιζόταν να χτίσει στο Καστέλλιον (*) πολλά οικοδομήματα, ώστε να μετατρέψει τον τόπο σε κοινόβιο, και οι υποτακτικοί του εργάζονταν σκληρά γι’ αυτό, δεν υπήρχε κανείς να φροντίζει για την προμήθεια των αναγκαίων εφοδίων.

Ο Θεός όμως, για χάρη του οποίου χτιζόταν ο τόπος, και ο οποίος μας έδωσε εντολή να μη μεριμνούμε τι θα φάμε και τι θα πιούμε, και που είναι για εμάς πιο φιλόστοργος και από τη μητέρα και μας φροντίζει πιο πολύ και από τον πατέρα,

αυτός έδειξε μια οπτασία σχετική με αυτό το θέμα στον ενάρετο Μαρκιανό, ο οποίος ήταν ο επικεφαλής των κοινοβίων της Βηθλεέμ και φρόντιζε πολύ για όλους γενικά τους εκεί μοναχούς.

Αυτός λοιπόν κάποια νύχτα είδε μια μορφή παράξενη, σαν αγγελική, που έλαμπε με ευχάριστο και πολύ ωραίο φως, και του φάνηκε πως του είπε τα εξής:

«Εσύ, Μαρκιανέ, περνάς τη νύχτα σου χωρίς στενοχώρια και κόπο, γιατί δεν σου λείπει τίποτε από τα αναγκαία για το σώμα. Στον δούλο όμως του Θεού Σάββα, ο οποίος από την πολλή του αγάπη προς τον Κύριο υπομένει πολλούς μόχθους μαζί με κάποιους αδελφούς στο Καστέλλιον, λείπουν συχνά τα αναγκαία και δεν υπάρχει κανείς να τους δώσει έστω και λίγα από όσα τους χρειάζονται.

Δώσε λοιπόν εσύ από αυτά που έχεις, χωρίς καμία αναβολή, για να μην πιέζονται άλλο από την πλήρη έλλειψη». Αυτή ήταν η οπτασία· και ο Μαρκιανός αμέσως, χωρίς να αμελήσει καθόλου, έστειλε στον άγιο Σάββα πολλά εφόδια, χρησιμοποιώντας για τη μεταφορά τα υποζύγια της μονής.

Όταν εκείνος τα πήρε και έμαθε και την αιτία της αποστολής τους, το θεώρησε αυτό σημάδι της συνέργειας του Θεού στην ανοικοδόμηση του τόπου. Γι’ αυτό και από τη μια ευχαριστούσε ακόμη πιο θερμά τον Κύριο, και από την άλλη συνέχιζε πιο εντατικά το χτίσιμο του κοινοβίου. Μετά από αυτό το γεγονός, συνέβη και το εξής.

Ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Ηλίας φρόντισε να συγκεντρώσει κοντά του, στην επισκοπή της αγίας Αναστάσεως, τους μοναχούς που διακρίνονταν για τον ζήλο τους και που ήταν διασκορπισμένοι σε κάποια κελλιά γύρω από τον πύργο του Δαβίδ.

Καθώς λοιπόν όλοι αυτοί οι μοναχοί συναθροίζονταν εκεί, ο άγιος Σάββας αγόρασε πολλά από τα κελλιά που αυτοί άφηναν και τα προόρισε για τη φιλοξενία των επισκεπτών της λαύρας του.

Σκόπευε μάλιστα να αγοράσει για τη λαύρα και τα υπόλοιπα, που και αυτά ήταν κοντά στα άλλα και χρήσιμα για τον ίδιο σκοπό, αλλά η έλλειψη χρημάτων δεν του το επέτρεπε. Ενώ λοιπόν ήθελε διακαώς να τα αποκτήσει, δεν είχε τη δυνατότητα, γιατί του είχε μείνει μόνο μισό νόμισμα και τίποτε άλλο.

Εκείνος όμως, γνωρίζοντας τον πλούτο, τη σοφία και την παντοδυναμία του Θεού, ανέθεσε σε αυτόν τα πάντα και έδωσε αυτό που είχε ως προκαταβολή στους ιδιοκτήτες των κελλιών, κάνοντας συμφωνία ότι, αν την άλλη μέρα δεν τους έδινε και τα υπόλοιπα χρήματα, θα έχανε και την προκαταβολή.

Έχοντας κάνει τέτοια συμφωνία με τους μοναχούς, ο άγιος απέβλεπε μόνο στο χέρι του Θεού που είναι πάντα γεμάτο. Κατέφθασε λοιπόν κάποιος ξένος, εντελώς άγνωστος, σταλμένος θα λέγαμε από τον Θεό, και χωρίς να πει ή να ακούσει τίποτε, του χάρισε εκατόν εβδομήντα χρυσά νομίσματα και αμέσως έφυγε βιαστικά, χωρίς να πει ούτε το όνομά του.

Ο άγιος Σάββας κατάλαβε αμέσως από πού προερχόταν η δωρεά και γιατί ήταν τόσο γρήγορη, ότι δηλαδή ολοφάνερα οφειλόταν στον Θεό, και αμέσως εξόφλησε τα κελλιά και έχτισε και ένα οίκημα

για τη φιλοξενία άλλων μοναχών, αυτών που θα έρχονταν από ξένα μέρη. Επιπλέον αγόρασε και δύο οικήματα για τη λαύρα του Καστελλίου, ένα κοντά στην αγία πόλη Ιερουσαλήμ και ένα στην Ιεριχώ.

*Το Καστέλλιον ήταν βουνό ΝΑ της Ιερουσαλήμ, όπου ο άγιος Σάββας ίδρυσε ομώνυμη μονή. Από το βιβλίο: <<ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ>>, τόμος Γ’, Υπόθεση ΚΑ’ (21), σελ. 166. Εκδόσεις <<Το Περιβόλι της Παναγίας>>, Θεσσαλονίκη 2006.