• Χαρμολύπη
    Χαρμολύπη
    Συλλογικό έργο - Κλασσικά διηγήματα μεγάλων συγγραφέων 9 σημαντικοί συγγραφείς μοιράζονται τη δική τους...
  • Σημαία-Βυζαντινή-με-κρόσσι
    Σημαία Βυζαντινή με κρόσσι - 90x135 εκ.
    Βυζαντινή σημαία από ειδικό πολυεστερικό σημαιόπανο με διπλές ραφές και κρόσσι.
Ο δήθεν Εβραίος Θεός Γιαχβέ και οι δήθεν Έλληνες "θεοί"

Ο δήθεν Εβραίος Θεός Γιαχβέ και οι δήθεν Έλληνες “θεοί”

Ο δήθεν Εβραίος Θεός Γιαχβέ και οι δήθεν Έλληνες “θεοί”

Ο Γιαχβέ, ΔΕΝ είναι Εβραίος Θεός, όπως ισχυρίζονται οι εχθροί του. Στην πραγματικότητα μάλιστα, ούτε οι λεγόμενοι “Έλληνες θεοί”, είναι Έλληνες! Και αυτό μάς το λένε οι ίδιοι οι αρχαίοι Έλληνες, που μάς πληροφορούν ότι οι “θεοί” τους προήλθαν από την Αίγυπτο, και μιλούσαν “βαρβαρική” γλώσσα!

Δείτε και… Η ξένη προέλευση τών αρχαιοελληνικών “θεών” κατά τον Ηρόδοτο

Ο πατέρας τής ιστορίας Ηρόδοτος ντροπιάζει τους Νεοπαγανιστές

Οι Νεοπαγανιστές μιλούν για “πατρώους θεούς”, και κατηγορούν τον Θεό τών Χριστιανών ως “ξενόφερτο”, παρά το ότι Εκείνος δήλωσε Θεός όλων τών ανθρώπων. Αντιθέτως όμως, οι δικοί τους “θεοί”, είναι ξενόφερτοι από την Αίγυπτο, και ουδεμία σχέση έχουν με τους αρχαιότατους κατοίκους τού Ελληνικού χώρου.

Αυτό δεν το λένε οι “ανθέλληνες” (κατ’ αυτούς) Χριστιανοί, αλλά ο ίδιος ο πατέρας τής ιστορίας, ο αρχαίος Έλληνας Ηρόδοτος!

Ο Έλληνας ιστοριογράφος Ηρόδοτος ο Αλικαρνασσεύς, γράφοντας τον 5ο αιώνα π.Χ., υποστηρίζει ότι η θρησκεία των Ελλήνων της εποχής του προήλθε απ’ την Αίγυπτο. Ασφαλώς δεν είναι “σιωνιστής”, αλλά Έλληνας ειδωλολάτρης. Αν και το έργο του περιέχει μερικές ανακρίβειες και αναλήθειες, αποκαλείται “ο πατέρας της ιστορίας” λόγω της αντικειμενικότητας και της συστηματικής έρευνάς του.

Ιστορίαι Β’ 4: «…Δώδεκά τε θεών επωνυμίας έλεγον πρώτους Αιγυπτίους νομίσαι και Έλληνας παρά σφέων αναλαβείν, βωμούς τε και αγάλματα και νηούς θεοίσι απονείμαι σφέας πρώτους και ζώα εν λίθοισι εγγλύψαι…»

Δηλαδή: “Λένε επίσης ότι πρώτοι οι Αιγύπτιοι δημιούργησαν τα ονόματα των δώδεκα θεών τα οποία υιοθέτησαν οι Έλληνες και ότι ήταν οι πρώτοι που ίδρυσαν βωμούς, αγάλματα και ναούς προς τιμήν των θεών και χάραξαν μορφές πάνω σε πέτρα”.

Ιστορίαι Β’ 50: «Σχεδόν δε και πάντων τα ουνόματα των θεών εξ Αιγύπτου ελήλυθε ες Ελλάδα. Διότι μεν γαρ εκ των βαρβάρων ήκει, πυνθανόμενος ούτω ευρίσκω εόν· δοκέω δ’ων μάλιστα απ’ Αιγύπτου απίχθαι. Ότι γαρ δη μη Ποσειδεώνος και Διοσκούρων, ως και πρότερόν μοι ταύτα είρηται, και Ήρης και Ιστίης και Θέμιος και Χαρίτων και Νηρηίδων, των άλλων θεών Αιγυπτίοισι αιεί κοτε τα ουνόματα εστι εν τη χώρη. Λέγω δε τα λέγουσι αυτοί Αιγύπτιοι. Των δε ου φασι θεών γινώσκειν τα ουνόματα, ούτοι δε μοι δοκέουσι υπό Πελασγών ονομασθήναι, πλην Ποσειδώνος. Τούτον δε τον θεόν παρά Λιβύων επύθοντο· ουδαμοί γαρ απ’ αρχής Ποσειδεωνος ουνομα έκτηνται ει μη Λίβυες, και τιμώσι τον θεόν τουτον αιεί. Νομίζουσι δ’ων Αιγύπτιοι ουδ’ ήρωσι ουδε».

Δηλαδή: “Τα ονόματα όλων σχεδόν των θεών ήρθαν στην Ελλάδα από την Αίγυπτο [Ο Ηρόδοτος δεν εννοεί βέβαια ότι τα ίδια τα ονόματα των θεών του Ελληνικού πανθέου ήρθαν από την Αίγυπτο (γνωρίζει τη διαφορά στις ονομασίες τους, π.χ. Άμμων και Ζευς, Β 42), αλλά επειδή το όνομα αντιπροσωπεύει το σημαινόμενο, ότι οι ελληνικοί θεοί προσδιορίστηκαν και η λατρεία τους εγκαθιδρύθηκε και καθορίστηκε με βάση τους Αιγυπτιακούς]. Ξέρω από τις έρευνες που έκανα ότι ήρθαν απ’ έξω και συγκεκριμένα από την Αίγυπτο, διότι τα ονόματα αυτά ήταν γνωστά στους Αιγύπτιους από τα βάθη των αιώνων με μόνες εξαιρέσεις, όπως είπα ήδη τα ονόματα του Ποσειδώνα και των Διόσκουρων [Ο Ποσειδών και οι Διόσκουροι ήταν προστάτες των ναυτικών. Οι Αιγύπτιοι όμως μισούσαν τη θάλασσα, οπότε δεν είχαν θαλάσσιες θεότητες] καθώς και της Ήρας, της Εστίας, της Θέμιδας, των Χαρίτων και των Νηρηίδων. Έχω την μαρτυρία των ίδιων των Αιγυπτίων γι’ αυτό. Πιστεύω ότι οι θεοί, τους οποίους ισχυρίζονται ότι δεν γνωρίζουν, πήραν τα ονόματα τους από τους Πελασγούς [Εδώ πρόκειται για τους Πελασγούς που μετανάστευσαν αργότερα στη Αττική (βλ. Α 57) και όχι για τους πρώτους κατοίκους του ελληνικού χώρου με αυτό το όνομα], εκτός από τον Ποσειδώνα, τον οποίο έμαθαν από τους Λίβυους. Γιατί οι Λίβυοι είναι ο μόνος λαός που γνώριζε ανέκαθεν το όνομα του Ποσειδώνα και τον λάτρευε από την αρχαιότητα. Οι ήρωες δεν έχουν θέση στη θρησκεία των Αιγυπτίων”.

Ιστορίαι Β’ 52: «Έθυον δε πάντα πρότερον οι Πελασγοί θεοίσι επευχόμενοι, ως εγώ εν Δωδώνη οίδα ακουσας, επωνυμίην δε ουδ’ ουνομα εποιεύντο ουδενί αυτων· ου γαρ ακηκόεσάν κω. Θεους δε προσωνόμασάν σφεας από του τοιούτου ότι κόσμω θέντες τα πάντα πρήγματα και πάσας νομάς είχον. Έπειτε δε χρόνου πολλού διεξελθόντος επύθοντο εκ της Αιγύπτου απικόμενα τα ουνόματα των θεών των άλλων, Διονύσου δε ύστερον πολλώ επύθοντο· και μετά χρόνον εχρηστηριάζοντο περί των ουνομάτων εν Δωδώνη· το γαρ δη μαντηιον τουτο νενόμισται αρχαιότατον των εν Έλλησι χρηστηρίων είναι, και ην τον χρόνον τουτον μουνον. Επεί ων εχρηστηριάζοντο εν τη Δωδώνη οι Πελασγοί ει ανέλωνται τα ουνόματα τα από των βαρβάρων ήκοντα, ανείλε το μαντηιον χράσθαι. Από μεν δη τούτου του χρόνου έθυον τοίσι ουνόμασι των θεών χρεώμενοι· παρά δε Πελασγών Έλληνες εδεξαντο ύστερον».

Δηλαδή: “Πιο παλιά, όπως πληροφορήθηκα στη Δωδώνη, οι Πελασγοί πρόσφεραν θυσίες κάθε είδους και προσεύχονταν στους θεούς χωρίς όμως να τους δίνουν ονόματα ή τίτλους, αφού δεν είχαν ακούσει ακόμα κάτι τέτοιο. Τους αποκαλούσαν με την ελληνική λέξη “θεοί” επειδή αυτοί “έθεσαν” και τακτοποίησαν τα πάντα με την πρέπουσα τάξη και επίσης αυτοί κυβερνούσαν. Τα ονόματα των θεών έφτασαν πολύ αργότερα στην Ελλάδα από την Αίγυπτο κι έτσι τα έμαθαν οι Πελασγοί, με εξαίρεση αυτό του Διονύσου, τον οποίο γνώρισαν πολύ αργότερα· εκείνη την εποχή, λοιπόν, έστειλαν αντιπροσώπους στο μαντείο της Δωδώνης (το αρχαιότερο, και εκείνη την εποχή, μοναδικό μαντείο στην Ελλάδα) να ρωτήσουν πόσο ήταν σωστό να υιοθετήσουν βαρβαρικά στη χώρα ονόματα. Το μαντείο απάντησε ότι μπορούσαν να τα χρησιμοποιούν. Κατά συνέπεια, από εκείνη την εποχή και ύστερα, οι Πελασγοί άρχισαν να επικαλούνται τους θεούς στις θυσίες, και από αυτούς πήραν τα ονόματα όλοι οι Έλληνες”.

Ιστορίαι Β’ 53: «Όθεν δε εγένετο έκαστος των θεών, είτε δη αιεί ήσαν πάντες, οκοίοί τε τινες τα είδεα, ουκ ηπιστέατο μέχρι ου πρώην τε και χθές ως ειπείν λόγω. Ησίοδον γαρ και Όμηρον ηλικίην τετρακοσίοισι έτσι δοκέω μέο πρεσβυτέρους γενέσθαι και ου πλέοσι· ουτοι δε εισι οι ποιήσαντες θεογονίην Έλλησι και τοίσι θεοίσι τας επωνυμίας δόντες και τιμάς τε και τέχνας διελόντες και είδεα αυτών σημηναντες· οι δε πρότερον ποιηταί λεγόμενοι τούτων των ανδρών γενέσθαι ύστερον, έμοιγε δοκέειν, εγένοντο. Τούτων τα μεν πρώτα αι Δωδωνίδες ιρήιαι λέγουσι, τα δε ύστερα τα ες Ησίοδον τε και Όμηρον έχοντα εγώ λέγω».

Δηλαδη: “Όμως ήταν, αν μπορώ να το θέσω έτσι, μόλις χθες που οι έλληνες έμαθαν για τη προέλευση και τη μορφή των διαφόρων θεών κι αν υπήρχαν ή όχι ανέκαθεν· γιατί ο Όμηρος και ο Ησίοδος, οι ποιητές που δημιούργησαν τη θεογονία και περιέγραψαν τους θεούς, αποδίδοντας σε αυτούς σωστά τους τίτλους, τις τιμές προς αυτούς και τις ασχολίες τους, έζησαν, πιστεύω, περίπου τετρακόσια χρόνια πριν από εμάς [γύρω στον 9ο αιώνα π.Χ.]. Όσο για τους ποιητές, που λέγεται ότι προηγήθηκαν, στη πραγματικότητα, πιστεύω, ήταν μεταγενέστεροι [Για παράδειγμα ο Ορφέας, ο Μουσαίος, ο Λίνος]. Για το πρώτο μέρος της αναφοράς μου σε αυτά τα θέματα, βασίζομαι στα λόγια της ιέρειας της Δωδώνης και για το δεύτερο μέρος, που αφορά στον Όμηρο και τον Ησίοδο, προβάλλω τις προσωπικές μου γνώμες”.

Ιστορίαι Β’ 58: «Πανηγύρις δε άρα και πομπάς και προσαγωγάς πρώτοι ανθρώπων Αιγύπτιοι εισι οι ποιησάμενοι, και παρά τούτων Έλληνες μεμαθήκασι. Τεκμήριον δε μοι τούτου τόδε· αι μεν γαρ φαίνονται εκ πολλού τεο χρόνου ποιεύμεναι, αι δε Ελληνικαί νεωστί εποιήθησαν».

Δηλαδή: “Επιπλέον, οι Αιγύπτιοι επινόησαν και δίδαξαν στους Έλληνες τις λατρευτικές συγκεντρώσεις, τις λιτανείες και τις λειτουργίες, γεγονός που αποδεικνύεται από την αδιαφιλονίκητη αρχαιότητα τέτοιων τελετών στην Αίγυπτο σε σύγκριση με την Ελλάδα, όπου εισήχθησαν μόλις πρόσφατα”.

Όντως η ελληνική θεολογία και λατρεία από την εποχή του Ομήρου και μετά δεν είναι η αυθεντική μυκηναϊκή… Πολλοί καινούργιοι θεοί εφευρέθηκαν αργότερα με πρότυπα ξένους θεούς. Τέτοια παραδείγματα είναι ο Παν(αντιγραφή παλαιότερων αιγυπτίων ζωόμορφων θεοτήτων), ο Σέραπις(ελληνιστικό μείγμα αιγυπτίων θεών με έλληνες) και ο Ερμάνουβης(ελληνιστικό μείγμα του αιγύπτιου Άνουβη με τον έλληνα Ερμή). Όμως οι έλληνες πρόσθεσαν και αρκετά ξένα θρησκευτικά έθιμα στη λατρεία τους, όπως η ιερή πορνεία. Την εποχή του Ηροδότου η εκπόρνευση γυναικών για θρησκευτικούς λόγους γινόταν στην Βαβυλώνα(Ιστορίαι Α’ 199), ενώ στην εποχή του Στράβωνος αυτό γινόταν και στην Ελλάδα(Γεωγραφικά C.535, C.537, C.559). Μήπως όμως θα έπρεπε να κλείσουμε τα μάτια στις αρχαίες πηγές και τα υπόλοιπα στοιχεία που διαθέτουμε, για να πιστέψουμε κάποιους νεοπαγανιστές που επιμένουν ότι είναι (οι μόνοι!) αληθινοί έλληνες;

Για να μην λένε κάποιοι ανιστόρητοι Νεοπαγανιστές ότι οι Έλληνες έφεραν τη θρησκεία τους πριν από χιλιάδες χρόνια από το …Σείριο!
https://oodegr.com/neopaganismos/ellinikotita/xenoi1.htm

Η σημασία του ονόματος “Γιαχβέ”

Υπάρχει μια θρησκεία που πιστεύει ότι αυτό το θέμα έχει μεγάλη σημασία για τη σωτηρία τού ανθρώπου. Είναι οι αυτοαποκαλούμενοι: “Μάρτυρες τού Ιεχωβά”, οι οποίοι επέλεξαν αυτό το όνομα, επειδή “μαρτυρούν” περί αυτού τού ονόματος, ως τού “αιωνίου προσωπικού ονόματος τού Θεού”. Ας δούμε λοιπόν μερικά στοιχεία για αυτό το θέμα, που για κάποιους συνανθρώπους μας αποτελεί θέμα ζωής ή θανάτου.

1. Η αρχή τού ονόματος: “Γιαχβέ

Η αρχή τού ονόματος: “Γιαχβέ”, όσον αφορά το Εβραϊκό έθνος, κατά τη μαρτυρία τής Αγίας Γραφής, ανάγεται στον καιρό τής Εξόδου τού Ισραήλ στην Αίγυπτο. Ο Θεός απεκάλυψε το όνομα αυτό στο Μωυσή, ως εξής:

Ο Μωυσής βρισκόταν στη Μαδιάμ, και έβοσκε τα πρόβατα τού πεθερού του, τού Ιοθόρ, όταν ήλθε στο όρος Χωρήβ ή Σινά. Εκεί, ο Θεός εμφανίστηκε σ’ αυτόν με το γνωστό φαινόμενο τής βάτου, και τον κάλεσε βγάλει τους Ισραηλίτες από την Αίγυπτο. Ο Μωυσής, αντίλαμβανόμενος τις δυσκολίες αυτής τής αποστολής, πρόβαλε την αντίρρηση: “Ποιος είμαι εγώ, που θα πάω να πω στον Φαραώ ότι θα βγάλω τους Ισραηλίτες από την Αίγυπτο;” (Έξοδος 3/γ΄ 11). Ο Θεός απάντησε, βεβαιώνοντάς τον ότι θα ήταν Αυτός μαζί του. (3/γ΄ 12). Τότε ο Μωυσής είπε: “Όταν θα πάω στους Ισραηλίτες και θα τους πως ότι με έστειλε ο Θεός τών πατέρων μας και με ρωτήσουν: “Ποιό είναι το όνομά του;” τι θα τους πω;” (3/γ΄ 13).

Στο ερώτημα αυτό για το όνομά του, ο Θεός είπε πρώτα, σύμφωνα με το Εβραϊκό κείμενο: “, που σημαίνει: “Είμαι αυτός που είμαι”. * Έπειτα είπε: ” Έτσι να πεις στους γυούς Ισραήλ: Ο Είμαι () με απέστειλε σ’ εσάς” (3/γ΄ 14). Και τελείωσε ως εξής: ” Έτσι να πεις στους γυούς Ισραήλ: Ο ΕΙΝΑΙ, (γράφεται: , και προφέρεται: Γιαχβέ), ο Θεός τών πατέρων μας… με απέστειλε σ’ εσάς. Αυτό είναι το όνομά μου αιώνια, και αυτό το μνημόσυνό μου σε γενιές γενεών”. (3/γ΄ 15).

Στην Έξοδο 6/ς΄ 3, ο Θεός μαρτυρεί ότι το όνομά του, “Ο ΕΙΝΑΙ”, δηλαδή “ΓΙΑΧΒΕ” στα Εβραϊκά, ήταν άγνωστο στους πατριάρχες. Ο Μωυσής όμως στα συγγράμματά του, το χρησιμοποιεί και σε αφηγήσεις προγενεστέρων εποχών, προφανώς επειδή στην εποχή του ήταν γνωστό.

2. Η σημασία τού ονόματος Γιαχβέ

Γιατί άραγε ο Θεός διάλεξε ένα τόσο παράξενο όνομα; Τι άραγε ήθελε να δηλώσει όταν έλεγε στον Μωυσή: “Έτσι να πεις… : Ο Είναι (ο Γιαχβέ) με απέστειλε”; (Έξοδος 3/γ΄ 15). Γιατί άραγε ο Θεός διάλεξε να τον εκπροσωπήσει το ρήμα: Είναι“, ως αιώνιο όνομα;

Για να απαντήσουμε σε αυτές τις ερωτήσεις, είναι καλό να ανατρέξουμε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες δόθηκε στο Μωυσή η αποκάλυψη αυτού τού ονόματος. Σύμφωνα με το χωρίο Έξοδος 3/γ΄ 11, όταν ο Μωυσής παίρνει εντολή από το Θεό να βγάλει τον Ισραήλ από την Αίγυπτο, καταλαβαίνει πόσο ασήμαντος είναι, και ρωτάει το Θεό: “Ποιός είμαι εγώ;” Με αυτή την ερώτηση, ο Μωυσής εκφράζει την ιδέα τής μηδαμηνότητάς του, και την αδυναμία του να αναλάβει ένα τόσο μεγάλο έργο. Μετά, ο Μωυσής, στο εδάφιο 13, ρωτάει το Θεό, “Ποιο είναι το όνομά Του”. Ο λόγος είναι, ότι στην Αίγυπτο είχαν πολλούς θεούς, και προφανώς πολλοί θα αναρωτιόντουσαν ποιος απ’ όλους τους θεούς ενδιαφέρεται για τον Ισραήλ. Η απάντηση τού Θεού, ήταν μία, και για τις δύο ερωτήσεις τού Μωυσή:

Ο Θεός απάντησε όπως είδαμε στο 3/γ΄ 14: “Είμαι αυτός που Είμαι”. (Εβραϊκά: ). Με αυτά τα λόγια, ο Θεός αντιτάσσει στον Μωυσή που έλεγε ότι δεν είναι τίποτα, το ίδιο Του το “Είμαι”. Ήταν σαν να έλεγε στο Μωυσή: “Εσύ είσαι μηδαμηνός, αλλά εγώ, ΕΙΜΑΙ κάτι. Είμαι κάτι, τού οποίου το Είναι, αντιστοιχεί στη φύση μου και γίνεται το όνομά μου. Πήγαινε πες στο λαό, ότι ο Είμαι με απέστειλε”.

Ο Θεός είναι το πλήρωμα τής ύπαρξης και τής δύναμης. Ακόμα, με τα λόγια αυτά ο Θεός απαντάει και στην άλλη ερώτηση που είχε σχέση με την πολυθεϊα. “Ποιό είναι το όνομά σου;” Τον ρώτησε ο Μωυσής. Σε αυτή την ερώτηση, ο Θεός αντιτάσσει το όνομα “Είμαι”, με την έννοια ότι “είναι” ο μόνος αληθινός Θεός, ο μόνος υπαρκτός Θεός. Είναι σαν να έλεγε: “Οι άνθρωποι ζητάνε το όνομά μου, επειδή νομίζουν πως υπάρχουν και άλλοι θεοί, από τους οποίους μπορώ να διακρίνομαι επειδή έχω διαφορετικό όνομα από αυτούς. Αλλά Είμαι αυτό που Είμαι. Οι άλλοι θεοί, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ. Γι’ αυτό, αντί άλλου ονόματος, πες στο λαό: Ο Είμαι με απέστειλε. Σε κάθε άλλο θεό, αρμόζει το όνομα: “Δεν είναι””.

Πράγματι, στο Δευτερονόμιο 32/λβ΄ 39, αυτή η έννοια τού ονόματος φαίνεται καθαρά: “Δέστε τώρα, ότι Εγώ, Εγώ Είμαι, και δεν είναι θεός εκτός από Εμένα”. (Στα Εβραϊκά: “Εγώ, Εγώ Αυτός”. Το “Είμαι”, υπονοείται πέραν πάσης αμφιβολίας). Το ίδιο μπορεί να δει ο αναγνώστης, στον Ησαϊα, 43/μγ΄ 9 – 13, και σε άλλα σχετικά εδάφια.

Το Γιαχβέ λοιπόν, που όπως είπαμε σημαίνει: “Είναι”, υποδηλώνει ότι ο Θεός εκείνος, Είναι ο ΩΝ, (ο Υπάρχων), Αυτός που έχει την ύπαρξη, δηλαδή το “Είναι” στην ίδια του τη φύση, έτσι που αυτό να ταυτίζεται με τ’ όνομά Του. Αυτός που “Υπάρχει” προ πάντων, και ο οποίος έφερε σε ύπαρξη κάθε τι άλλο, το οποίο μπορεί να χαρακτηριστεί ως “μη υπάρχον αφ’ εαυτού”. Κατά τη σημασία αυτή, το Γιαχβέ, είναι συνώνυμο και προς τη γνωστή φράση όρκου τού Θεού: “Ζω εγώ”. (Αριθμοί 14/ιδ΄ 21. Δευτερονόμιο 32/λβ΄ 40).

Ως “Ων”, (υπάρχων), ο Θεός δηλώνει ότι είναι αιώνιος και ατελεύτητος. (Το “Ων”, βρίσκεται σε χρόνο διαρκείας, και σημαίνει “ΕΙΝΑΙ”. Κατά το λεξικό τού Δημητράκου: “Ο αιωνίως υπάρχων Θεός”). (Έξοδος 3/γ΄ 14). O Ων, είναι η λέξη που χρησιμοποιεί η Εκκλησία τού Κυρίου στα Ελληνικά, για να αποδώσει την Εβραϊκή λέξη: “Γιαχβέ” στη γλώσσα μας. Τη βρίσκει κανείς στις Άγιες Εικόνες, στα Ιερά κείμενα τής Αγίας Γραφής και στην υμνολογία τής Εκκλησίας. Επίσης, με τη λέξη αυτή, συγγενεύει η λέξη: “ουσία”, που τόσο ρόλο έπαιξε στις Οικουμενικές Συνόδους. (Ων, Ούσα, Ουσία). “Ουσία”, σημαίνει “ύπαρξη”.

Στη συνέχεια, αναφέρουμε μερικούς ορισμούς τής λέξεως “ουσία”, από αρχαίους Χριστιανούς. “Ουσία είναι πράγμα υπαρκτό”. (Λεοντίου Βυζαντίου μν. εργ. PG 1277 D).

“Ουσία είναι η παραλλαγή τού ανυποστάτου… το μη υπαρκτό το ονομάζουμε ουσία.” “Ουσία είναι το να υπάρχει κάτι”. “Είναι το όντως υπαρκτό”. (Γρηγόριος Νύσσης).

“Ουσία… είναι… αυτό το ΕΙΝΑΙ τού Θεού”. (Βασίλειος Καισσαρείας).

Ο Άγιος Αθανάσιος έγραψε, ότι η “ουσία”, όταν αναφέρεται στο Θεό, σημαίνει: “Αυτός είναι ο Ων”. (Γιαχβέ).

Κατά το Γρηγόριο το θεολόγο: “Ο Ων και ο Θεός είναι τής Ουσίας ονόματα”. (Όσον αφορά τη χρήση τής λέξεως “ουσία” για το Θεό).

Η λέξη “Ουσία”, λέγεται στη θεολογία και: “Φύση” τού Θεού. Όταν λοιπόν μιλάμε για το όνομα: “Γιαχβέ”, για το “Είναι”, ή για τον Όντα, ή για την “Ουσία”, ή για τη “Φύση” τού Θεού, μιλάμε για το ίδιο πράγμα.

(Πολύ περισσότερες πληροφορίες για το θέμα αυτό, ο αναγνώστης μπορεί να βρει στο βιβλίο τού θεολόγου Νικολάου Σωτηρόπουλου: “Ο Ιησούς Γιαχβέ”).

3. Η χρήση τού ονόματος “Γιαχβέ “

Λόγω τής υπερβολικής ευλαβείας τών Ισραηλιτών, και κατά παρεξήγησιν τού Λευϊτικού 24/κδ΄ 16, (το οποίο όμως απαγόρευε τη βλασφημία και όχι την προφορά τού ονόματος τού Θεού), απέφευγαν να προφέρουν το όνομα “Γιαχβέ”. Έτσι, με τον καιρό ξεχάστηκε η σωστή προφορά τού ονόματος, καθώς οι Ισραηλίτες δεν είχαν φωνήεντα, αλλά έγραφαν μόνο τα σύμφωνα τών λέξεων.

Μετά τον 6ο μ.Χ. αιώνα όμως, οι Μασορίτες, (Ιουδαίοι λόγιοι τής εποχής εκείνης), έβαλαν δικά τους φωνήεντα στις Εβραϊκές λέξεις. Στο Τετραγράμματο: “ΓΧΒΧ”, επειδή δεν γνώριζαν τη σωστή προφορά τής λέξης: “Γιαχβέ”, προσέθεσαν αυθαίρετα φωνήεντα, από τις λέξεις: “Αδωνάι” (Κύριος), και “Ελοχίμ”. (Θεός). Έτσι, το τετραγράμματο “ΓΧΒΧ”, έγινε: “Ιεχωβά”. Οι σημερινοί αυτοαποκαλούμενοι “Μάρτυρες τού Ιεχωβά”, αν και γνωρίζουν ότι η προφορά που χρησιμοποιούν για το όνομα τού Θεού είναι λάθος, επιμένουν να τη χρησιμοποιούν, επειδή “έτσι έχει γίνει συνήθεια”.

Στην παρατήρηση τών Χριστιανών ότι αυτή η εσφαλμένη χρήση τού ονόματος “Γιαχβέ” είναι ανεύθυνη, ίσως και βλάσφημη, απαντούν ότι “Και το όνομα τού Ιησού, στα Εβραϊκά δεν είναι Ιησούς, αλλά “Γεχοσούα”, και παρ’ όλα αυτά, το χρησιμοποιούμε στα Ελληνικά ως: “Ιησούς”. Κατά τον ίδιο τρόπο, δεν θα ήταν λάθος, να χρησιμοποιούμε την εσφαλμένη προφορά “Ιεχωβά”, μια και έτσι έχει επικρατήσει”.

Σε αυτό, έχουμε να απαντήσουμε τα εξής: Το όνομα “Ιησούς”, χρησιμοποιείται από την ίδια την Αγία Γραφή σε αυτή τη μορφή, και συνεπώς, μπορούμε να το χρησιμοποιούμε. Το όνομα “Ιεχωβά” όμως, δεν χρησιμοποιείται έτσι, και συνεπώς, δεν έχουμε το δικαίωμα να το χρησιμοποιούμε αυθαίρετα. Πολύ δε περισσότερο, εφ’ όσον σήμερα γνωρίζουμε την ορθή προφορά: “Γιαχβέ”. Η Εκκλησία τού Κυρίου όμως, ενεργώντας όπως πάντοτε συνετά και με σεβασμό, χρησιμοποιεί για το Θεό τις προσφωνήσεις που χρησιμοποιούν οι Απόστολοι στην Καινή Διαθήκη. Αυτοί, ποτέ δεν χρησιμοποίησαν στην Καινή Διαθήκη το όνομα: “Ιεχωβά”, ούτε καν το “Γιαχβέ”. Το χρησιμοποιούν με την έννοιά του στα Ελληνικά, ως: “ο Ων”, ή χρησιμοποιούν για το Θεό, λέξεις που χρησιμοποίησαν και οι μεταφραστές τής μετάφρασης τών Εβδομήκοντα, όπως Κύριος, ή Θεός. Έτσι αποδίδεται η έννοια τής λέξεως, πράγμα άλλωστε που ήθελε ο ίδιος ο Θεός όταν επέλεξε το παράξενο όνομα: “Είναι”. Γιατί ο Θεός δεν επέλεξε ένα όνομα άγνωστης σημασίας, το οποίο θα έπρεπε να προφέρεται παραποιημένο, αλλά μια λέξη, με καθαρό περιεχόμενο, που θα περιείχε στοιχεία τής προσωπικότητάς Του, και μάλιστα αυτό το ίδιο του το “Είναι”. Ας χρησιμοποιούμε λοιπόν το όνομα τού Θεού με την αληθινή του έννοια, για να δίνουμε τιμή σ’ αυτόν που “Είναι” στους αιώνες ο μόνος Θεός.

Σημείωση:


Η λέξη “Γιαχβέ”

*Η λέξη: που συναντάμε τρεις φορές σ’ αυτό το εδάφιο, είναι ρηματικός τύπος τού (αρχαιότερα ήταν ), που σημαίνει: “είναι”, με συνδετική αλλά και υπαρκτική έννοια. Στην Εβραϊκή φράση: το πρώτο: (είμαι), είναι συνδετικό, και έχει ως κατηγορούμενο την υπόλοιπη φράση, ενώ το 2ο είναι υπαρκτικό, και χρησιμοποιείται απολύτως. Υπαρκτικό είναι επίσης στη φράση: “Ο με απέστειλε”. Το μελλοντικής εννοίας αλλού, εδώ είναι Ενεστωτικής, όπως δείχνει η μετάφραση τών Ο΄(Εβδομήκοντα). Η ακριβής απόδοσή του σε ενεστωτική έννοια, είναι: “ΕΙΜΑΙ”.

N. M.

https://www.oodegr.com/oode/theos/onoma1.htm