Μου είπε μια φορά ο Γερο-Ευμένιος, ότι θα γινόταν Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος 

Μου είπε μια φορά ο Γερο-Ευμένιος, ότι θα γινόταν Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος 

Μου είπε μια φορά ο Γερο-Ευμένιος, ότι θα γινόταν Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος 

Μου είπε μια φορά ο Γερο-Ευμένιος, ότι θα γινόταν Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος ( ο οποίος δεν έγινε λόγω της παρέμβασης της Παναγίας, όπως αναφέρεται σε κάποιο άλλο σημείο του βιβλίου), εδώ στα μέρη της Ρωσσίας, στην Ουκρανία δηλαδή και μας το είπε και αργότερα όταν πήγαμε στη Ρωσσία (για προσκύνημα).
-Ήμασταν όλοι στο μέτωπο, μας λέει.
-Ποιοι όλοι” ??? του λέω
-Όλοι, ήταν ο πατήρ Πορφύριος, ήταν ο πατήρ Ιάκωβος, ήταν ο πατήρ Παϊσιος, όλοι οι καλόγεροι πήγαμε στο μέτωπο. Άλλο μέτωπο (πιθανόν) εννοούσε, πνευματικό (?) “Κι εγώ έκλαια…έκλαια συνέχισε να μας λέει. Με είδε ο πατήρ Πορφύριος και μου είπε :

Μην κλαις πάτερ Ευμένιε έτσι, δεν θα γίνει τίποτε. Η Παναγία θα κάμει έλεος. Δηλαδή καταλαβαίνεις ότι ο Γέροντας Ευμένιος, ανήκε σε μια συντροφιά Αγίων ανθρώπων. Γνωρίζονταν μεταξύ τους αυτοί…”
(βλ. Σίμωνος μοναχού, π. Ευμένιος – Ο κρυφός άγιος της εποχής μας, Αθήνα 2010)Ευμένιος Σαριδάκη_Elder Eumenius Saridakis_Св. старец Евмени Саридакис_evmenio-3Μιά μέρα ήλθε μπροστά στο κελλί του Γέροντα Ευμενίου, ένας γύφτος με ένα Ντάτσουν γεμάτο καρπούζια, μαζί με τα τρία-τέσσερα παιδόπουλά του. Του λέει: «Παπά, θέλεις καρπούζια»;
Ο Γέροντας αναπαυόταν κάτω από το δένδρο, ήταν μεσημέρι προς απόγευμα και του απαντάει, «Θέλω, θέλω».
«Πόσα θέλεις;».
«Βγάλε εσύ και θα σου πω».
Άρχισε να βγάζει ο άνθρωπος καρπούζια, τα έδινε στα παιδιά του, τα έπαιρνε ο Γέροντας και τα έβαζε στην αποθήκη. Έδινε ο άνθρωπος, έπαιρνε ο Γέροντας, και συγχρόνως εχαμογελούσε!! Απορούσε και ο γύφτος, αλλά τί να κανε, επουλούσε… Έχασε το μέτρημα ο άνθρωπος. Λέει ο Γέροντας: «Πάμε να τα μετρήσουμε». Βουνό μέσα στην αποθήκη τα καρπούζια, που να μετρηθούν! Του λέει ο Γέροντας, «Πόσο κάνουν;». Τα ζυγιάζει ο γύφτος με το μάτι και λέει τόσα… Του λέει ο Γέροντας «Καλά, καθήστε να φάτε κάτι». Τους βάζει φαγητό, χαρά ο άνθρωπος, χαρά τα παιδόπουλα. Πήγαινε ο Γέροντας, τους έφερνε νερά, ψωμί, κρασί, τυροπιττάκια, ό,τι είχε. Χαρά. Όλοι γέλαγαν!
Πέρασε η ώρα, του έδωσε τα χρήματα όσα του είχε ζητήσει και κάτι παραπάνω. Μπαίνουν μέσα στο αυτοκίνητο ο γύφτος και τα παιδιά του να φύγουν, ξεκινάνε, πάνε πιο πέρα και ο Γέροντας άρχισε να φωνάζει: «Ελάτε πίσω. Ελάτε πίσω». Τι να κάνε ο άνθρωπος; Γυρίζει πίσω και ρωτάει τον Παππούλη τι θέλεις;
«Πόσα παιδιά έχεις;», ρωτάει ο πατήρ Ευμένιος.
«Τέσσερα», του απαντά ο γύφτος.
«Κατέβα από το αυτοκίνητο, πήγαινε στην αποθήκη, διάλεξε έξι καρπούζια, τα καλλίτερα και πάρε τα γιά τα παιδιά σου και γιά σένα».
Απόμεινε ο γύφτος να τον κοιτάζει απορημένος. «Πάρε τα να τα φας με τα γυφτόπουλα, μην τα πουλήσεις, τα κερνάω εγώ», του λέει ο Γέροντας, γελώντας.
Εκοίταζε ο άνθρωπος, έσκυψε και του εφίλησε το χέρι. Αυτός τον ευλογούσε. Άνοιξε ο γύφτος την πόρτα του αυτοκινήτου, έβγαλε τα γυφτόπουλα, του εφίλησαν και αυτά το χέρι και ο Γέροντας τα ευλόγησε. Έφυγαν χαρούμενοι και ο Παππούλης γελούσε.

Ο πατήρ Ευμένιος ήταν σαν μιά κινητή Τράπεζα. Του έδινε ο κόσμος χρήματα, του έβαζε κάτω από τα μαξιλάρια, στις τσέπες του, κι αυτός όλο έδινε απλόχερα σε όποιον του ζήταγε κι έστελνε όπου υπήρχε ανάγκη. Δεν τον ενδιέφερε αν τον κατέκριναν που έπαιρνε χρήματα ή αν τον επαινούσαν που έδινε. Εκείνος εγελούσε και συνέχιζε… το έργο του!
Πηγή : Βιβλίο π. Ευμένιος – Ο Ποιμήν ο Καλός και Θαυματουργός.